Αλήθεια, πόσο «συντηρητικός» μπορεί να θεωρηθεί ο Παπαδιαμάντης όταν προσπαθεί να καταρρίψει μύθους, αγκυλώσεις και προκαταλήψεις, όσον αφορά την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών θρησκευμάτων, όταν στηλιτεύει τον αντιεβραϊσμό, θέμα που κανένας στην εποχή του δεν είχε τολμήσει να θίξει;
«Τρεις άνθρωποι, τρία διαφορετικά θρησκεύματα, τρεις φυλαί» γράφει. «Ο Αντώνιος Αλμπέργος, Σικελιώτης, ο Σαββατίνος ή Σάλβος ή Σάββας, Εβραίος από την Κέρκυραν και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης από τους δικούς μας». Χαρακτηριστικό τους η έλλειψη θρησκευτικού φανατισμού. Φίλοι αχώριστοι και γκαρδιακοί, μοιράζονται όμορφες στιγμές της καθημερινότητας, συχνάζουν στο ίδιο «καπηλείον» και «ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γιουβέτσια… […] «Οι τρεις αυτοί το «είχαν δίπορτο». Έκαμναν μαζί Χριστούγεννα αλλά Φράγκα, καρναβάλι αλλά Ιταλιάνα, και πάλιν μαζί έκαμναν Χριστούγεννα αλά Γκρέκα…»
Η αρμονική συμβίωση διαταράσσεται όμως. Αιτία της η δολοφονία Χριστιανής κόρης στην Κέρκυρα, που αποδίδεται σε Εβραίους. Ταυτόχρονα διαδίδεται η πρόθεση των τελευταίων, σύμφωνα με τον θρύλο, να πιούν το χριστιανικό αίμα της. Ο Παπαδιαμάντης είναι γνώστης των αρνητικών κοινωνικών στερεότυπων που αφορούν τους Εβραίους. Παραμένει ωστόσο αμερόληπτος και σκεπτικός, όταν ο Εβραίος Σάλβος αποκαλύπτει ότι η κόρη που δολοφονήθηκε ήταν Εβραιοπούλα, ανιψιά του και είχε βιασθεί και δολοφονηθεί από Χριστιανούς. Εκφράζει δυσπιστία και για τις δυο εκδοχές, που τις αποδίδει στις προκαταλήψεις γράφοντας: «Τι να πιστεύει κανείς; Προχθές ακόμη ήτον Ρωμιοπούλα, σφαγείσα και αιμορροφηθείσα από Εβραίους, και σήμερον είναι Εβραιοπούλα, βιασθείσα και φονευθείσα από Ρωμιούς… Πώς τόση τύφλωσις!… Πόθεν τόση αντίφασις;… Από κακίαν εμπιστεύθη το πρώτον, ή από κακήν επίδρασιν απεδείχθη το δεύτερον;»
Βλέποντας όμως τα δάκρυα του Σάλβου για το χαμό της Εβραιοπούλας ανιψιάς, αντικρίζοντας τον ανθρώπινο πόνο… «Εντοσούτω τα δάκρυα του Σάλβου ήσαν δάκρυα. […] Ο Λύσανδρος εστάθη, τον εκοίταξε και πάλιν εν συμπεράσματι καθ’ εαυτόν είπε: «Μήπως οι Εβραίοι δεν είναι άνθρωποι; Ιδού ο άνθρωπος αυτός κλαίει…» (Ο αντίκτυπος του νου)
❍ ❍ ❍
Κλέβει την πρωτιά και στην οικολογία το Παπαδιαμάντης όταν περιγράφει, υμνεί στην πραγματικότητα, «… δένδρον μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλική δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν!», σε μια οικογενειακή εξόρμηση στην εξοχή. Η περιγραφή του δένδρου των παιδικών του χρόνων, της απόλαυσης, της μαγείας και γοητείας που αποκόμιζε απ’ αυτό, αποτελεί εξ ολοκλήρου το θέμα του ιδιαίτερα ποιητικού αυτού διηγήματος. «Μ’ έθελγε, μ’ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμό της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω… […] Από τα φύλλα της εστάλαζε κ’ έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Εντυπωσιακοί, λατρευτικοί οι χαρακτηρισμοί της: «περικαλλές δένδρον», «κόρη παρθενική του βουνού», «η δρυς η μαγική», «πλάσμα έμψυχον», «η πρώτη παιδική μου ερωμένη», «νύμφη των δασών».
Η απόλαυση μοναδική, όταν επιτέλους μετά από πορεία φθάνει «στην παιδική του ερωμένη» και ξαπλώνει κάτω απ’ αυτήν. «… ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνας της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών αναπαύονται εις τους κλώνας της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου…»
Η περιγραφή του δένδρου δεν είναι παρά ένας ύμνος στο φυσικό περιβάλλον και στην αέναη, άρρηκτη και αναζωογονητική σχέση του ανθρώπου με αυτό.
Τι απογοήτευση όμως όταν ξαναγυρίζοντας μετά από χρόνια, η θέση της βασιλικής δρυός των παιδικών του χρόνων ήταν άδεια! Το τέλος του διηγήματος φέρνει ίσως τα σημάδια μιας προειδοποίησης, ενός συμβολισμού, μιας προφητείας για την καταστροφή του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, που θα συμπαρασύρει στον όλεθρο και τον ίδιο: «Μια γραία με την ρόκαν της» δίνει λόγο για τον αφανισμό του δένδρου και το θρύλο που το ακολουθούσε λέγοντας: «Σαν το ’κοψε κ’ ύστερα, (ο σχωρεμένος ο Βαργένης) δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το μεγάλο Δέντρο ήταν στοιχειωμένο. (Υπό την βασιλικήν δρυν)






































































































