Οι πανηγυρικοί υπομνηματικοί λόγοι έχουν αξία, αν οι ταγοί, που τους υπαγορεύουν, απομακρύνονται από τις προσωπικές υποκειμενικές απόψεις παραγόντων ως επί το πλείστον εμβόλιμες. Οι ομιλητές πρέπει να είναι παιδαγωγοί νεότητος. Η ιστορία δεν ανέχεται ημιμάθεια. Ελέγχει και ελέγχεται.
Ωστόσο πέρασαν κιόλας εβδομήντα δύο χρόνια. Οι θυσίες μας δεν προβλήθηκαν. Χάθηκαν ανεπιστρεπτί. Αρκεστήκαμε σε υποσχέσεις και μεγαλοστομίες συμμάχων προστατών μας ως μικρόνοες και δεν επιδιώξαμε την προβολή των διεκδικήσεών μας. Εκφράσαμε εφήμερες διαμαρτυρίες τις οποίες ξεχάσαμε την άλλη μέρα, αποπροσανατολισθέντες σκόπιμα από αόρατες δυνάμεις ή αποσπάσαμε ασήμαντες και άνευ ουσίας παραχωρήσεις. Παροχές κίβδηλες χωρίς σταθερό υπόβαθρο μας υποχρεώνουν σε αέναες ανακυκλώσεις, που μας θυμίζουν τον ποιητικό λόγο του Ανδρέα Κάλβου
«με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες»
εμείς «κατεδικάσθημεν
άθλιοι κοπιασμένοι
πάντα να κατατρέχωμεν,
αλλά ποτέ δε φθάνομεν
την ευτυχίαν».
Και οι λόγοι αυτοί του ποιητή σήμερα είναι περισσότερο από κάθε τι άλλο επίκαιροι.
Και εμείς ακολουθούμε πάντα τον ίδιο δρόμο υπαγορευμένων ατομικών ή ξένων συμφερόντων. Χωρίς να μας αγγίξει η τραυματική εμπειρία του παρελθόντος. Και πάντα κάτω απ’ όλα αυτά διαφαίνεται μια μεταμφίεση δύναμης ηγεμονικής, που κάποιοι εξασκούν αναπόφευκτα πάνω στις υποθέσεις μας, προσποιούμενοι την προστασία μας, αλίμονο, για να φτάσουμε, όπου έχουμε φτάσει, καταδικασμένοι με εξαπλωμένην χείρα, αναζητώντας τροφή και εργασία, αφού «η χρεία κουρταλεί τις θύρες», όπως διδάσκει και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.
Πριν εβδομήντα δύο χρόνια το φως των Ελλήνων σελάγιζε πάνω στα βορειοηπειρωτικά μας βουνά και η πατρίδα άνοιγε τα φτερά της στα σύνορά μας περήφανη για τα παιδιά της. Τώρα η πατρίδα ανοίγει τις πόρτες της και καλεί τα παιδιά της να φύγουν, αν θέλουν να ζήσουν στα ξένα, γιατί αυτή δεν έχει πόρους διαβίωσής τους. Και είναι φοβερό αυτό για κάθε πατρίδα ν’ απομακρύνει τα παιδιά της, γιατί δεν έχει ή δεν διαθέτει εξασφάλιση του μέλλοντος της ζωής τους. Κι αν κάποτε ηχήσει πάλι η σάλπιγγα για τη σωτηρία της –άπαγε της βλασφημίας!–, όπως έγινε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, το κάλεσμα θα βρει απόηχο σε άδεια σπίτια με κενά ερμάρια από φύλλα στράτευσης ηλικιών, πάνω στα οποία η πατρίδα έχει επενδύσει την ύπαρξή της.
Ενώ οι «κατ’ επίφαση» ξύπνιοι θα έχουν εξασφαλίσει ανίδρωτα στα ερμάρια των τραπεζικών θυρίδων της Εσπερίας τα αποκτηθέντα σε βάρος των συμπολιτών τους παράνομα αγαθά του Κερδώου Ερμή, η εσπέρα του βίου θα συντομεύει οικονομικά τους άλλους απαθλιωμένους συμπατριώτες τους, εργασθέντες μια ολόκληρη ζωή με ιδρώτα και αίμα, επιβάλλοντάς τους τη ληξιαρχική πράξη θανάτου τους. Ισοπέδωση, κατάχρηση εξουσίας σε δικαιώματα πολιτών οδηγούν στην υποτέλεια. Φως, ελπίδα, οίκτος πουθενά. Τρεις αλωνίζουν ανεξέλεγκτα και τριακόσιοι στην αρένα παίζουν ανέμελα πινγκ πονγκ πάνω στις πλάτες των ψηφοφόρων τους, καταλήγοντας στη σάουνα του δικού τους χρήματος.
Καημένη πατρίδα! Καημένοι πολίτες.
Η 28η Οκτωβρίου 1940 οδήγησε τον κόσμο στο φως, την ελπίδα, την πνευματική αναγέννηση και ανάταση. Η 28η Οκτωβρίου 2012 βρίσκει τον κόσμο στο χάος, το σκοτάδι, την πνευματική και οικονομική πτώχευση, την κατολίσθηση. Και αυτά έχουν αφετηρία μιαν ανεγκέφαλη αλόγιστη πολιτική γραμμή, που το αποτέλεσμά της οδήγησε στην εξόντωση, γιατί έδεσε τη χώρα και όλους μας στα σίδερα των δανειστών. Χωρίς διέξοδο, χωρίς οίκτο –μόνοι μας οι πολίτες– παλεύουμε μέσα σ’αυτήν την πρωτόγνωρη παρακμή άγχους οικονομικής, πνευματικής και ηθικής καθίζησης.
Καιρός λοιπόν για μια περισυλλογή και αναθεώρηση των απόψεών μας, όσο έχουμε το φώς, τον ήλιο, τον αέρα, τη θάλασσά μας το δικό μας χώμα, αυτό, που δεν ξεπουλήθηκε ακόμα, που μας κρατάνε στη γη των πατέρων μας, την τραγικά αιματοποτισμένη!
Δημήτρης Μασούρης





































































































