Ήταν -αν δεν κάνω λάθος- στα μέσα του Νοέμβρη 1958, ένα χρόνο και κάτι, μετά τους σεισμούς του Βόλου το 1957. Είχα βάρδια στο Ραδιοφωνικό Σταθμό και με ειδοποίησαν ότι με ζήτησε κάποιος. Αντίκρισα ένα νεαρό μελαψό με μια κιθάρα στο χέρι. Μου είπε ότι είχε έλθει στο Βόλο να εργασθεί στις οικοδομές (είχε αρχίσει η ανέγερση μετά τους σεισμούς) και ήθελε να τον ακούσω και να τον βοηθήσω να εργασθεί τα βράδια σε κάποιο κέντρο. Είχε πληροφορηθεί ότι μέσω των εκπομπών μου βοηθούσα τους νέους καλλιτέχνες να γίνουν γνωστοί.
Γράφει ο Τάσος Μητρογώγος
Στήσαμε τα μικρόφωνα για ακρόαση και με τα πρώτα «ακόρντα» της κιθάρας του διέκρινα (λόγω της πείρας που είχα, αφού είχα υπηρετήσει αυτό το χώρο από μαθητής Γυμνασίου μαζί με τον πιανίστα Δημήτρη Μαχαιρίτσα, πατέρα του Λαυρέντη) ότι είχα μπροστά μου έναν άριστο κιθαρίστα.
Μετά άρχισε να τραγουδά με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του.
Η έκπληξή μου ήταν μεγαλύτερη, όταν ξαφνικά ο τεχνικός που ρύθμιζε τον ήχο, μου έκανε νόημα από το τζάμι που χώριζε το στούντιο από το δωμάτιο των τεχνικών, για να μου μιλήσει.
Χωρίς να κλείσω την πόρτα πήγα στη κονσόλα που ρύθμιζε το μικρόφωνο και τον ακούω να μου λέει «είναι βραχνός, πες του να πιει μερικά τσάγια και μετά να ’ρθει».
Έβαλα τα γέλια και του απάντησα: «Αυτός ο βραχνός είναι ένας νέος Άρμστρονγκ ένα νέος Ρέι Τσαρλς».
Ο Κώστας άκουσε τον διάλογο, δεν είπε τίποτε και τα έστειλα στα «καλαμάκια» απέναντι από το «Ξενία» του Βόλου εργασθεί.
Μερικά χρόνια αργότερα το έλεγε με χιούμορ συχνά στις εκπομπές ότι «πιει τόσα πολλά τσάγια, κάηκε ο λαιμός μου και το αποτέλεσμα μηδέν, δεν… ξεβράχνιασα ποτέ».
Πέρασαν από τότε λίγα χρόνια, είχα ξεχάσει το μελαψό αγόρι και το περιστατικό και μου είχαν έλθει στον Ραδιοφωνικό Σταθμό οι πρώτες κυκλοφορίες ενός ανερχόμενου αστέρα του τραγουδιού με τ’ όνομα ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ. Οι ακροατές των τραγουδιών του πλήθαιναν μέρα με τη μέρα και οι εμφανίσεις στο ‘’Σκορπιό’’ είχαν μεγάλη επιτυχία. Μου τηλεφώνησαν 2-3 ακροατές που είχαν πάει στο ‘’Σκορπιό’’ και μου είπαν «χαιρετίσματα από τον Κώστα Χατζή και σ’ ευχαριστεί για τη βοήθειά σου, όταν έμαθε ότι είμαστε Βολιώτες».
Εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω τις ευχαριστίες ενός καλλιτέχνη που μας είχε κατακτήσει με τη φωνή του.
Έκανα, λοιπόν, ένα ταξίδι στην Αθήνα με τη γυναίκα μου και τις κόρες μου, οι οποίες σημειωτέον ήταν θερμές ακροάτριες του -και να ’μαστε στο «Σκορπιό».
Πήγα να τον γνωρίσω στα καμαρίνια.
Αντίκρισα ένα μελαψό νέο με μουστάκι τσιγκέλι, που τίποτε δεν μου θύμιζε το αμούστακο του 1958, που είχε έλθει στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Βόλου.
Πριν του πω ποιος είμαι, με αγκάλιασε, με αποκάλεσε αδελφό και μου αποκάλυψε ποιος ήταν.
Έτσι, άρχισε μια φιλία και αλληλοεκτίμηση που κράτησε 47 περίπου χρόνια, εμένα με τιμά αυτή η φιλία και νομίζω ότι και ο Κώστας το δηλώνει παντού, αφού και στην τιμητική μου… έξοδο, θέλησε να ’ρθει στο Βόλο και να τραγουδήσει για μένα λέγοντας -το ’χω το CD- ότι «ο Τάσος δεν αποσύρεται απ’ αυτό το χώρο, μόνο όταν φύγει από τη ζωή και έχει ακόμη να προσφέρει».
Στα 47 χρόνια που ακολούθησαν, πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές, τηλεοπτικές μαζί του και συνεντεύξεις σε εφημερίδες (κάτι δύσκολο να του αποσπάσεις, γιατί είναι σεμνός καλλιτέχνης).
Όλα αυτά ήλθαν στο νου μου τη Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012, ακούγοντας για μια ακόμη φορά να τραγουδά τ’ αγαπημένα μου τραγούδια «Το αεροπλάνο», «Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει», «Αντίο» κ.ά.
Εμείς όμως, Κώστα, δεν λέμε «αντίο», γιατί κάπου θα σμίξουμε σε κάποια συναυλία σου, μέσα στο χειμώνα και θα χαρώ να τα πούμε από κοντά.
Καλή σας μέρα.






































































































