Του Ηλία Κουρκουλάκου, καθηγητή φιλολόγου στο Πρότυπο Πειραματικό ΓΕΛ Αναβρύτων
Η υπόθεση της «Φόνισσας» είναι γνωστή: Μια γυναίκα εξήντα χρονών περίπου, χήρα, φτωχή, με τέσσερις γιους και τρεις κόρες, όταν γίνεται για τρίτη φορά γιαγιά από την πρώτη της κόρη, πνίγει τη νεογέννητη εγγονή της που είναι άρρωστη, ενώ αγρυπνά κοντά της. Στη συνέχεια πνίγει άλλα δύο κοριτσάκια σε μια στέρνα, ένα ακόμη σε ένα πηγάδι, (καθώς δεν κάνει τίποτα για να το σώσει), και τέλος ένα ακόμη νεογέννητο κοριτσάκι με τα ίδια της τα χέρια. Στο τέλος πνίγεται και η ίδια στη θάλασσα, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τους χωροφύλακες που την καταδιώκουν. Παράλληλα με την αφήγηση των εξωτερικών γεγονότων ο συγγραφέας παρακολουθεί και την ψυχολογική πορεία της Φραγκογιαννούς, παρουσιάζοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις, τα όνειρα και την εσωτερική της πάλη, με έναν τρόπο σχεδόν συμμετρικό. Έτσι η δράση προχωράει με έναν διπλό βηματισμό, εξωτερικό και εξωτερικό συγχρόνως, δίνοντας την εντύπωση ότι αυτοί οι δύο τρόποι δράσης είναι αλληλλένδετοι και ότι ο ένας πυροδοτεί τον άλλον. Οι φόνοι δηλαδή έρχονται σαν αποτέλεσμα μιας εσωτερικής εξέλιξης, ενός βασάνου που εκτυλίσσεται και προσπαθεί να βρει τη λύση του. Με τη σειρά τους οι φόνοι αυτοί ως λύση επιτείνουν το βάσανο αυτό, και περιπλέκουν τα πράγματα τόσο πολύ, ώστε μετά τον τελευταίο φόνο η δ έ σ η (με την αριστοτελική έννοια) να είναι πλήρης, και η μόνη λύση πια να είναι η καταστροφή της ηρωίδας.
Ο πρώτος φόνος αργεί να παρουσιαστεί, υπάρχει μια μεγάλη προετοιμασία αλλεπάλληλων αφηγήσεων με αναδρομές στο παρελθόν, τόσο από την ίδια τη Χαδούλα, όσο και από τη δεύτερη κόρη της Αμέρσα, που μας δίνουν το ιστορικό της οικογένειας και δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα, στο οποίο θα τοποθετηθεί ο πρώτος φόνος. Η συμπληρωματική μάλιστα αναδρομή της Αμέρσας, που αφορά την εγκληματική δράση του αδερφού της Μούρτου και την καταδίωξή του από τους χωροφύλακες, προοικονομεί την αντίστοιχη εγκληματική δράση και καταδίωξη της Φραγκογιαννούς, και συμπληρώνει το παθολογικό οικογενειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η φόνισσα.
Στην αρχή της αφήγησης η ηρωίδα «εθυσίαζε τον ύπνον πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της», αλλά η θυσία αυτή γίνεται με βαριά καρδιά. Η γιαγιά του νεογέννητου δεν αισθάνεται καμιά χαρά για την έλευσή του στον κόσμο, γιατί αυτό είναι κορίτσι. Την αγανάκτηση αυτή και τη μεμψιμοιρία που αισθάνεται, δεν την αντιλαμβάνεται σαν αμαρτία και σαν ύβρη, σαν υπέρβαση κάποιου κανόνα και κοινού μέτρου, που αφορά τη γέννηση κάθε νέου ανθρώπου και την ιερή αξία της ζωής. Αυτό συμβαίνει γιατί μοιράζεται τα συναισθήματα αυτά με όλους τους άλλους ανθρώπους γύρω της, ώστε να θεωρούνται πια από την πολυχρόνια καλλιέργεια και έκφραση ως κάτι φυσικό και αναμενόμενο. Όλη η μικρή κοινωνία στην οποία ζει η γριά Χαδούλα θεωρεί ανεπιθύμητα τα κορίτσια και μεμψιμοιρεί για τη γέννησή τους, εξαιτίας του δυσβάστακτου οικονομικού βάρους που συνεπάγεται για τους φτωχούς αυτούς νησιώτες η εξεύρεση της προίκας, την οποία επιτάσσει το έθιμο: «…όλο κοριτσούδια, το έρμο!» είναι η γκρίνια του βοσκού Λυρίγγου. Το παράπονο αυτό που μοιράζεται μαζί της με τελείως αυθόρμητο τρόπο ο βοσκός, λειτουργεί πάνω στη φόνισσα με ένα ψυχαναγκαστικό τρόπο: «Η Φραγκογιαννού, ήτις είχε λησμονήσει όλας τας τύψεις, τας οποίας είχεν αισθανθή αλγεινώς υπό τας μελανάς πτέρυγας των ονείρων της και ασπαράσσετο και πάλιν από τους όνυχας της πραγματικότητος, άρχισε να σκέπτεται μέσα της. -Αχ δίκιο έχει ο καημένος, ο Λυρίγκος… «Όλο κοριτσούδια, το έρμο, όλο κοριτσούδια!»… Και τι ξαλάφρωμα θα ήτον τώρα γι’ αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του τώπαιρνε τώρα, ο Μεγαλοδύναμος!…αυτό καν πούναι μικρό, και δεν έχει ν’ αφήσει μεγάλον καημό πίσω του!». Το δυσβάστακτο αυτό έθιμο και η αδυναμία εκπλήρωσής του έχει μετατρέψει το γάμο σε πηγή πλουτισμού για τους άνδρες, οι οποίοι διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους, το φύλο τους δηλαδή, βλέποντας το γάμο ως συναλλαγή, ως ευκαιρία εύκολου και ανέξοδου πλουτισμού, εκβιάζοντας την οικογένεια της νύφης, εφόσον η ζήτηση των γαμπρών είναι πολύ περισσότερη από την προσφορά τους. Η κοινωνική αυτή πρακτική είναι οι «όνυχες» που έχει αποκτήσει η πραγματικότητα για την Φραγκογιαννού, που τη σέρνουν ψυχαναγκαστικά στο ρόλο τη φόνισσας, νομίζοντας ότι προσφέρει κοινωνική υπηρεσία.






































































































