Πράγματι πριν από τον πρώτο φόνο, κατά τη διάρκεια της αργής προετοιμασίας του από τον συγγραφέα, ο νους της ηρωίδας περιστρέφεται συνεχώς γύρω από το θέμα της προίκας. Η αναδρομή στο παρελθόν και η ανακεφαλαίωση της ζωής της καταλήγουν ακριβώς στο κοινωνικό αυτό θέμα ως γενικό συμπέρασμα: «Και οποίας προίκας, κατά τα νησιώτικα έθιμα. ‘Σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά, ελιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στο Στροφιλιά’. Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, είχε κολλήσει και άλλη ψώρα. Το ‘μέτρημα’ εκείνο, το οποίον εις Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο ‘τράχωμα’, συνήθειαν την οποίαν, αν δεν απατώμαι, είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, αδιάφορον. Άλλως, ας είχεν τας κόρας του να τας καμαρώνη. Άς τας έβαζε στο ράφι. Άς τας έκλεινε στο δουλάπι. Άς τας έστελνε στο Μουσείον.»
Αυτή η παράγραφος είναι πολύ σημαντική στην οικονομία του κειμένου, αλλά και υπεύθυνη για πολλές παρανοήσεις. Κλείνει την τρίτη ενότητα, (ή συνέχεια, εφόσον ο Παπαδιαμάντης εδημοσίευε τη ‘Φόνισσα’ σε συνέχειες στην εφημερίδα ‘Ακρόπολη’), η οποία είναι όλη αφιερωμένη στην προίκα, και την προίκα της ίδιας της Φραγκογιαννούς και την προίκα που ήταν υποχρεωμένη να δώσει στις κόρες της. Επειδή όλη η ενότητα αποτελεί ένα μονόλογο της ηρωίδας πάνω στην προίκα, δεν γίνεται σαφές πότε από το λόγο της ηρωίδας περνάμε στο λόγο του ίδιου του συγγραφέα, αφού η διαπραγμάτευση του θέματος παραμένει τα ίδια. Γιατί αυτή η παράγραφος, όπως και η προηγούμενη που είναι μεταβατική σε αυτήν, αποτελούν κοινό τόπο, τόσο της σκέψης του συγγραφέα, όσο και της ηρωίδας του. Ο κοινός αυτός τόπος εκφράζεται τόσο από την αγανάκτηση που μοιράζονται για το θέμα της προίκας, όσο και από το κοινό ειρωνικό τους ύφος.
Ο συγγραφέας δεν διαφωνεί με τη θέση της Φραγκογιαννούς απέναντι στην προίκα, αλλά συμφωνεί και επαυξάνει, παίρνοντας το λόγο ο ίδιος και συμπληρώνοντας με τις δικές του σκέψεις τα όσα αναλογιζόταν εκείνη προηγουμένως. Αυτό φαίνεται από το ύφος το οποίο έχει αλλάξει, (αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό εξαιτίας της κοινής ιδιάζουσας ‘παπαδιαμαντικής’ γλώσσας), το οποίο με τίποτα πια δεν μπορεί να είναι της Φραγκογιαννούς, όταν σχολιάζει «και οποίας προίκας, κατά τα νησιώτικα έθιμα». Με αυτή τη φράση έχει ξεφύγει από τη συναισθηματική διαπραγμάτευση του θέματος που κάνει η Φραγκογιαννού, και έχει περάσει σε μία άλλη απόσταση από το θέμα, με την κοινωνιολογική παρατήρηση «κατά τα νησιώτικα έθιμα». Αλλά και στη συνέχεια η απόσταση αυτή επιτείνεται και γίνεται πιο καθαρή, με την αναφορά του συγγραφέα στην Κωνσταντινούπολη και την Μεγάλη Εκκλησία, πράγματα που ήταν αδύνατο να γνωρίζει η Φραγκογιαννού, και κορυφώνεται με τη φράση «αν δεν απατώμαι», όπου ο συγγραφέας εμφανίζεται αυτοπροσώπως, (δηλ. σε πρώτο πρόσωπο), για να συνυπογράψει την αγανάκτηση της Φραγκογιαννούς για την προίκα. Όμως μόνο η αγανάκτηση είναι κοινή. Η στάση και η αντιμετώπιση διαφέρουν. Η στάση της Φραγκογιαννούς είναι η διαστροφή του συναισθήματος και της λογικής, στην οποία την οδηγούν η απόρριψη που αισθάνεται από τη μητέρα της («μικρή στριγγλίτσα») και η κοινωνική της κακοποίηση με τη φτώχεια στην οποία την οδήγησαν οι γονείς της από τσιγγουνιά και απονιά. Ενώ η στάση του συγγραφέα είναι η κοινωνική καταγγελία του κακού μέσω του έργου του. Το βίωμα όμως από την αδικία της κοινωνίας παραμένει το ίδιο, καθώς ο πόνος του συγγραφέα, τον οποίο δανείζει στην ηρωίδα του είναι αυθεντικός, όπως τον έχει νιώσει ο ίδιος μέσα στην ίδια του την οικογένεια, αφού ούτε οι γονείς του ούτε ο ίδιος κατάφερε να παντρέψει τις αδερφές του. Η κοινότητα αυτή του συναισθήματος δηλώνεται με την κοινή ειρωνική στάση, που συνεχίζεται ενώ ο λόγος μετατρέπεται από εσωτερικός λόγος της Φραγκογιαννούς σε ευθύ λόγο του συγγραφέα. Λόγω της κοινότητας αυτής μπορεί να γίνει η παρανόηση ότι ο συγγραφέας ταυτίζεται και με τη στάση της Φραγκογιαννούς απέναντι στη λύση του προβλήματος. Όμως ο Παπαδιαμάντης δεν σπαράσσεται από τους «όνυχας» της πραγματικότητας, βρίσκεται νηφάλια απέξω, παρατηρεί και καταγράφει. Παρατηρεί την ύβρη απέναντι στη φύση, όπου η γέννηση ενός νέου ανθρώπου και η συνέχιση της ζωής αντιμετωπίζεται ως συμφορά, και την αμαρτία απέναντι στην Εκκλησία, που απαγορεύει τη συναλλαγή για το γάμο, ευλογεί κάθε γέννηση και βαπτίζει τα μικρά κοριτσάκια, θεωρώντας τα εικόνες του Χριστού το ίδιο όπως και τα μικρά αγοράκια.
Αντίθετα η Φραγκογιαννού βασανίζεται φοβερά, καθώς η γέννηση ενός ακόμη κοριτσιού στην οικογένειά της γίνεται γι` αυτήν πηγή άγχους και δυσθυμίας, που της αφαιρεί τον ύπνο, πέρα από την υποχρέωσή της να παραμείνει άγρυπνη. Και όταν είναι δυνατόν να κοιμηθεί, εκείνη δεν μπορεί: «Άλλως η αγρυπνία ήτο εν τη φύση και τη ιδιοσυγκρασία της Φραγκογιαννούς, ήτις εσκέπτετο χίλια πράγματα, και είχεν τον ύπνον δύσκολον.» Το επιπλέον στρεσογόνο γεγονός που αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για να εμφανιστεί ο φονικός εαυτός, όπως έχει επισημάνει ο Ασλανίδης, είναι ότι η συγκεκριμένη εγγονή έχει πάρει αυτή τη φορά το όνομα της γιαγιάς, τη λένε Χαδούλα: «το οποίον έκαμεν εκείνη να μορφάζη σείουσα την κεφαλήν, και να ψιθυρίζη ‘μην τύχη και χαθή τ’ όνομα!’». Με τη φράση αυτή φαίνεται η έλλειψη αυτοεκτίμησης και η απαξίωση την οποία νιώθει για τον εαυτό της η Χαδούλα, τον οποίο ταυτίζει ασυνείδητα με τη συνονόματη εγγονή και έτσι δεν βλέπει πια ότι πρόκειται για έναν ξεχωριστό άνθρωπο, αλλά νομίζει «ως εν αλλοφροσύνη και εν πλάνη ονείρου» ότι πρόκειται για το «μινυρίζον βρέφος», που το «ήκουε συχνά μέσα της βαθειά στα σωθικά της». Γράφει ο Ασλανίδης: «Το πρώτο κοριτσάκι που πνίγει είναι η συνονόματη εγγονή της. Η Χαδούλα σχολιάζει σαρκαστικά αυτήν την εθιμική αντιπροσώπευση: «μην τύχη και χαθή τ’ όνομα!». Αλλά δεν εχθρεύεται απλώς το όνομά της: εχθρεύεται τον εαυτό της ως μυστηριώδες νήπιο, αυτό που ζητάει το νάνι, αυτό που ζητάει απαιτητικά (όπως τα «θυγάτρια» των ονείρων της) το μαμ. Τέλος, εχθρεύεται τον εαυτό της ως κοπέλα της παντρειάς, που (με το κάλεσμα της εφηβείας) κλέβει και το χρυσάφι της θεάς της. Έτσι, πνίγοντας τη συνονόματη (κι όλα τα άπληστα βουλιμικά κοριτσάκια) πνίγει την πείνα της, τη διεκδίκησή της, πνίγει τον εαυτό της ως ξεχωριστό άνθρωπο. Τη μάγισσα Δελχαρώ δεν μπορεί να πνίξει, αφού η Χαδούλα αντλεί τη δύναμή της να πνίγει, από την ταύτιση με τον εχθρό και θεό της.»
Πώς φτάνει όμως μέχρι εκεί η Φραγκογιαννού; Καθώς κάνει την ανασκόπηση ολόκληρης της ζωής της, τις νύχτες που αγρυπνά ακόμη πάνω από την άρρωστη εγγονή, ο απολογισμός της βγαίνει αρνητικός: «Εις τους λογισμούς της, συγκαιφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε, ειμή να υπηρετεί τους άλλους.» Όμως δεν είναι ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα της υπηρεσίας αυτής. Φαίνεται ότι αυτό που τη βασανίζει είναι η φτώχεια. Από τις αναμνήσεις της καταλαβαίνουμε ότι τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε μέσα σε μια σχετική οικονομική άνεση, γιατί οι γονείς της είχαν περιουσία. Φρόντισαν όμως να της δώσουν μία εικονική προίκα, που το σπίτι να είναι στην πραγματικότητα ένα ακατοίκητο ερείπιο, το μποστάνι ένας γκρεμός και το χωράφι ένα αγριοχώραφο, που το διεκδικούσε ο γείτονας και το γειτονικό μοναστήρι. Αυτό έγινε δυνατό από το συνδυασμό ορισμένων παραγόντων: την πανουργία και την απονιά της μητέρας της, την αφέλεια, αλλά και τη τσιγκουνιά και την αδιαφορία του πατέρα της, την «απλότητα» του γαμπρού που της διάλεξαν, αλλά και την ανικανότητά του να κάνει οποιοδήποτε λογαριασμό, και τέλος από το γεγονός ότι η νεαρή Χαδούλα δεν είχε το δικαίωμα να μιλήσει ούτε την ώρα που συμφωνούσε ο πατέρας της την προίκα με το γαμπρό, ούτε ιδιαιτέρως με το γαμπρό πριν από το γάμο. Άλλωστε φρόντισε γι’ αυτό με κάθε τρόπο η μητέρα της. «Τοιαύτην προίκα έδωκεν ο γερο-Σταθαρός εις την θυγατέρα του. Άλλως αύτη ήτο μοναχοκόρη. Διά τον εαυτόν του, την συμβίαν και τον υιόν του, είχε κρατήσει τας δύο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν πόλιν, τα δύο αμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ελαιώνας, και ολίγα χωράφια- και όσα μετρητά είχεν.» Έτσι η Χαδούλα από καλομαθημένη μοναχοκόρη μετατράπηκε σε ισόβια δούλα της φτωχής οικογένειας στην οποία υποβιβάστηκε με το γάμο της από τις επιλογές των γονιών της.
Αν και κατάφερε κατά τα χρόνια που ακολούθησαν να φτιάξει ένα σπίτι και να αυτονομηθεί από την κουνιάδα της, να φτιάξει άλλο ένα για να προικίσει και να παντρέψει την πρώτη της κόρη, δεν είναι σε θέση πια, τώρα που τα αναλογίζεται όλα αυτά, ούτε έχει άλλες δυνάμεις να κοπιάσει για να παντρέψει και τις άλλες δύο. Το αποτέλεσμα των προσπαθειών της είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τους κόπους που κατέβαλε μια ολόκληρη ζωή: «…της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.» Η γραία Χαδούλα αισθάνεται αποτυχημένη και νικημένη από τη ζωή. Οι άλλες της δύο κόρες δεν πρόκειται να παντρευτούν, γιατί δεν είναι σε θέση να τους εξασφαλίσει την πολυπόθητη προίκα.
Στη βάση όλων αυτών των προσπαθειών κρύβεται ένα μυστικό, το οποίο «την ώραν ταύτην, κατά την νύκτα της αγρυπνίας, διά πρώτην φοράν το εξομολογείτο καθ’ εαυτήν»: Το αρχικό κεφάλαιο με το οποίο κατάφερε να δημιουργήσει ό,τι τέλος πάντων δημιούργησε, ήταν κλεμμένο από το κρυφό, (κλεμμένο κι αυτό), κομπόδεμα της μητέρας της. Φαίνεται ότι η Φραγκογιαννού φέρει βαρέως την ενοχή αυτή, την οποία δεν είχε ομολογήσει ούτε «εις τον πνευματικόν της, εις τον οποίον άλλως πολύ μικρά πράγματα έλεγεν», ούτε στη μητέρα της, στην οποία δεν πρόλαβε να το πει πριν πεθάνει. Το γεγονός ότι η αιτία της κλοπής αυτής ήταν η απονιά της μητέρας της δεν φαίνεται να απαλείφει την ενοχή αυτή. Ίσα-ίσα η ενοχή αυτή εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ολοκληρωμένη μορφή μετά τον αρνητικό απολογισμό της ζωής της. Έρχεται ίσως σαν η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δώσει, για να ερμηνεύσει την όλη κακοδαιμονία της. «Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το πρωταρχικό δεν είναι η ύβρις. Το πρωταρχικό είναι η οδύνη του ανθρώπου, η οποία υπάρχει ως τοιαύτη, χωρίς αιτία και χωρίς σκοπό… Ο μόνος τρόπος εξόδου από τούτη τη φριχτή υπαρκτική συνθήκη είναι η παραδοχή του αμαρτήματος – και αν δεν υπάρχει ατομικό, υπάρχει το πατρικό, ή το προπατορικό. Με την παραδοχή αυτή η κατάσταση ανατρέπεται άρδην. Από την οντολογική ερημία μεταφέρεται ο οδυρόμενος στο εύκρατο τοπίο του νοήματος. Εκμυθεύεται μία αναδρομική διάπραξη σφάλματος και μεθοδεύεται η μελλοντική εξιλέωση. Και ο έρημος πόνος γίνεται πόνος συντροφευμένος, αφού τελείται μέσα σε κύκλο νοήματος με αρχή, μέση και τέλος.»
Όταν λοιπόν «ψηλώνει ο νους της» αρχίζει να βρίσκει επιτέλους η Φραγκογιαννού ένα λογικό νόημα σε όλο το μαρτύριο της ζωής της. Μόνο που το νόημα αυτό δεν είναι ακόμη σαφές, αλλά θολό και μπερδεμένο. Παρ’ όλα αυτά όμως, η γοητεία ενός νοήματος, που δίνει επιτέλους την εντύπωση, έστω και απατηλή, ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης και δεν σύρεται από το παράλογο της ζωής σαν ένα άθυρμα, είναι τεράστια. Και αυτό γιατί η Χαδούλα είναι έξυπνη, θαρραλέα και ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες «επιτηδειοτάτη». Φαίνεται λοιπόν αποφασισμένη να αντιμετωπίσει και την ίδια της τη μοίρα και να φτάσει ως το βαθύτερο σημείο της ύπαρξης και της αυτογνωσίας που μπορεί να φτάσει. Ακόμη η δίψα της για μία απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα «γιατί;» είναι τόσο μεγάλη, που την κάνει να γατζώνεται σε αυτό το «ψήλωμα» του νου και το προβληματικό νόημα που γεννάει, παραβλέποντας όλες τις αντιφάσεις, τις παρενέργειες και τους κινδύνους που προκαλεί: Αν για όλα φταίει η κλοπή του μητρικού θησαυρού και η μητέρα Δελχαρώ είναι αθώα, τότε είχε δίκιο που εξαπάτησε την απαιτητική κόρη και η κόρη είναι ένοχη που ήθελε πραγματική προίκα, όπως και όλα τα απαιτητικά κοριτσάκια που γεννιώνται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, ενώ θα ήταν καλύτερα να τα παίρνει ο Θεός μια και καλή στον απάνω κόσμο, να ξαλαφρώνουν και οι καημένοι οι γονείς τους.





































































































