Σε αυτή λοιπόν την εξήγηση που έχει βρει επιτέλους η Φραγκογιαννού, βλέπουμε ότι δίνει το δίκιο εντελώς στη μητέρα της, καταδικάζοντας τον κοριτσίστικο εαυτό της και διχάζοντας τον τωρινό εαυτό της σε δύο μέρη, που το ένα καταδικάζει και κατατρέχει το άλλο. Είναι αυτό που ο Ασλανίδης ονόμασε παραπάνω «ταύτιση με τον εχθρό και θεό της». Είναι η «στρίγγλα» Δελχαρώ που βασιλεύει τώρα στην ψυχή της, που ήταν «κακή, βλάσφημος και φθονερά», και που η ταύτιση μαζί της της δίνει ένα ψευδές αίσθημα παντοδυναμίας, καθώς νομίζει τώρα ότι ελέγχει τη μοίρα της, ότι απέκτησε δηλαδή την ελευθερία της. Το κλίμα αυτό είναι το κατεξοχήν τραγικό κλίμα, όπου ο τραγικός ήρωας, βλέποντας με όλη την οξυδέρκειά του την εξωτερική πραγματικότητα, δεν βλέπει τη λανθασμένη στάση του απέναντί της, πράγμα που αποτελεί την άτη, την τύφλωση, το πνευματικό μπέρδεμα που οδηγεί αναπόφευκτα στην ύβρη και στην καταστροφή του. Και μέσα στην καταστροφή ο τραγικός ήρωας συνειδητοποιεί επιτέλους την πραγματικότητα, μέσα στο έσχατο φως της τραγικότητας μαθαίνει τη μοίρα του και καταλαβαίνει επιτέλους ποιος είναι, έχοντας το προνόμιο να αντικρίσει ολόκληρη την αλήθεια.
Η τύφλωση της Φραγκογιαννούς, η προβληματική επαφή της δηλαδή με την πραγματικότητα, δεν προέρχεται από υπερβολική βεβαιότητα και έπαρση, όπως γίνεται συνήθως με τα πρόσωπα της τραγωδίας, αλλά από λανθασμένα δεδομένα. Σε αυτό μοιάζει περισσότερο με τον Οιδίποδα, στον οποίο η τραγικότητα δεν προέρχεται από τη στάση του απέναντι στα πράγματα και τις πράξεις του, όπως στον Κρέοντα (της «Αντιγόνης») για παράδειγμα, αλλά προέρχεται από τον ίδιο του τον εαυτό, ξεπετιέται από μέσα του με έναν αναπότρεπτο τρόπο που ξεπερνά τη θέληση και τη συνείδησή του. Όπως ο Οιδίποδας η Φραγκογιαννού γίνεται θύμα ενός ψυχολογικού μηχανισμού, (που παίρνει τη μορφή προκαθορισμού), τον οποίο αδυνατεί να ελέγξει και, όπως εκείνος, δεν κάμπτεται από τίποτε προκειμένου να φτάσει στην έσχατη συνέπεια της εσωτερικής της αλήθειας. Η τραγικότητα έγκειται στην αδυναμία του ανθρώπου να γίνει άνθρωπος. Όλες οι καλές προθέσεις συντρίβονται στη φοβερή αναγκαιότητα που δομεί η σκληρή πραγματικότητα. Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που θέλει να είναι, (καλές προθέσεις), και σ’ αυτό που πραγματικά είναι ως αποτέλεσμα των πράξεων και των επιλογών των γονιών του, που ενεδρεύουν στο ανεπεξέργαστο ασυνείδητό του, είναι τεράστια. Ο Οιδίποδας και η Φραγκογιαννού, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έχουν εξαντλήσει κάθε άλλη δυνατότητα επεξεργασίας του ασυνειδήτου και τους έχει απομείνει η τελευταία και η πιο τραγική: το έγκλημα.
Η θεατρικότητα του εγχειρήματος, (ανεξάρτητα αν πρόκειται για θεατρικό ήρωα ή όχι), έγκειται στο γεγονός ότι ο τραγικός ήρωας προχωρά στην ύβρη και στην καταστροφή μπροστά στα μάτια μιας κοινότητας, για χάρη της οποίας παραδίδεται στη συνειδητοποίηση αυτή και στην οποία χαρίζει αυτή τη συνειδητοποίηση κατά την καταστροφή του. Γι’ αυτό ο τραγικός ήρωας πρέπει να είναι κάποιο πρόσωπο ξεχωριστό, με ταλέντα και ικανότητες και κυρίως με καλές προθέσεις, που μέσα στη μπερδεμένη του συνείδηση να πιστεύει πως ό,τι κάνει το κάνει για το καλό της κοινότητας, γιατί μόνο με αυτό τον όρο γίνεται αποδεκτός να θυσιαστεί για χάρη της. Γιατί ο τραγικός ήρωας είναι ένα ιερό πνευματικό σφάγιο, και γι’ αυτό πρέπει να είναι διαλεχτός, ένας από τους καλύτερους. Η ύβρη την οποία πραγματοποιεί, αποτελεί μια ιερή πράξη, της οποίας το περιεχόμενο είναι η ανίερη συνάντηση με το κακό και η αναπόφευκτη καταστροφή του, για να γίνει το κακό φανερό, να βγει μπροστά στα μάτια των πολλών, να συνειδητοποιηθεί και έτσι να γίνει δυνατή η θεραπεία του. Ποτέ η ύβρη την οποία πραγματοποιεί το τραγικό πρόσωπο δεν είναι μία ατομική ύβρη, αλλά αντικατοπτρίζει μία συλλογική ευθύνη, την οποία το τραγικό πρόσωπο επικεντρώνει πάνω του σαν αιχμή του δόρατος, σαν ένα είδος αλεξικέραυνου της συλλογικής ύβρεως. Σε αυτό οφείλεται η απόκοσμη ευγένεια που εκπέμπει το τραγικό πρόσωπο, που, ενώ είναι μιαρό και αποτρόπαιο, βουτηγμένο στο πνευματικό αίμα της θυσίας του ως αποδιοπομπαίου τράγου, προκαλεί το σεβασμό και το δέος.
Εάν η Φραγκογιαννού είχε αρκεσθεί στον πρώτο φόνο της νεογέννητης εγγονής, τίποτε δεν θα απεκαλύπτετο και το μόνο που θα απέμεινε θα ήταν η υποψία της κόρης της. (Άλλωστε «αι μυστικαί βρεφοκτονίαι των θηλυκών» ήταν κάτι που συνέβαινε στην πραγματικότητα όπως αποκάλυψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, φέρνοντας στο φως ένα παλαιό έγγραφο της δημογεροντίας Σκοπέλου.) Αλλά δεν πρόκειται για μια λογική και προσχεδιασμένη δράση, που θα σταματούσε έγκαιρα και θα κρυβόταν στη σιωπή. Πρόκειται για την εμφάνιση μιας νοσηρής λογικής, που παρουσιάζει το φόνο σαν τη λύση του προσωπικού και κοινωνικού κακού και εμφανίζει την εκδικητικότητα σαν αποκεκαλυμμένη θεϊκή αλήθεια. Είναι το δίχτυ μέσα στο οποίο μπλέκεται το μυαλό της Φραγκογιαννούς, για να εμφανίσει το σύμπτωμα μιας διαβρωμένης πνευματικά κοινωνίας.
Το δίχτυ αυτό πλέκεται καθώς οξύνεται η πνευματική πάλη και η ήττα της γραίας Χαδούλας. Στην αρχή, ενώ η αγρυπνία, το ψήλωμα του νου και η ανασκόπηση της ζωής της έχουν αρχίσει, έρχεται το όνειρο της «αλαφρωίσκιωτης» Αμέρσας να προειδοποιήσει για το κακό που έρχεται: «Είδα πως πέθανε το κορίτσι, και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου… και πως έβαλες, τάχα, το χέρι σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίση.» Όμως παρόλα αυτά η «γραία» προχώρησε στο φόνο της συνονόματης εγγονής και ο συγγραφέας σχολιάζει: «Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην το όνειρον της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιάς ώρας… είχε διηγηθή εις την μητέρα της! Ειχε ‘ψηλώσει’ ο νους της!». Το «ψήλωμα» του νου, η άτη, είναι η αντεστραμμένη πνευματική όραση που την εμποδίζει να αντιληφθεί τα πραγματικά σημεία που προειδοποιούν, όπως το όνειρο της «αλαφροϊσκιωτης» Αμέρσας, με αποτέλεσμα να τα επιζητεί μάταια, για να βεβαιωθεί ότι «κάμει καλά». Πράγματι οι ψυχολογικές συνέπειες είναι βαριές, αλλά η φόνισσα δεν τις «ακούει», γιατί έχει ταυτιστεί με την εχθρά της που έγινε θεά της, με συνέπεια να μισεί τον πραγματικό της εαυτό και όλα τα δικά της συναισθήματα να έχουν μπει στο στόχαστρο του εγκλήματος. Μετά το φόνο της εγγονής, που έγινε Ιανουάριο μήνα, « η γραία Χαδούλα … έζησε από της ημέρας εκείνης ζωήν τύψεων, ανησυχίας», άρχισε μάλιστα να νηστεύει και να συχνάζει στην εκκλησία μόλις μπήκε η Σαρακοστή, αλλά δεν το αποφάσιζε να πάει να εξομολογηθεί. Επιπλέον δεν άντεχε να κοιτάξει στα μάτια την κόρη της, Δελχαρώ. Η εσωτερική αυτή πάλη εντείνεται κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, όταν η Φραγκογιαννού βγαίνει για να επιθεωρήσει τον ελαιώνα της και να μαζέψει χόρτα. Αποφασίζει να πάει στον Άη- Γιάννη τον Κρυφό, στον οποίο προσεύχεται «ανακυκλούσα την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει»: «…Αν έκαμα καλά, Άη- Γιάννη μου, να μου δώσεις σημείο σήμερα… να κάμω μία καλή πράξη, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ’ η ψυχή μου κι’ η καρδούλα μου!…». (Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η δράση ξετυλίγεται ακολουθώντας τον πραγματικό χρόνο δημοσίευσης του κειμένου σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο).
Μέσα στο αντεστραμμένο αυτό πνευματικό κλίμα ο αντίπαλος δεν είναι ο φόνος, η αφαίρεση της ζωής, αλλά ο φόβος και η ανησυχία την οποία αισθάνεται, γιατί αποτελούν συναισθήματα στα οποία επιτίθεται, ταυτίζοντας τα με τον πονεμένο της εαυτό, τον οποίο καταστρέφει, γιατί έχει ταυτιστεί πια με τη «στρίγγλα» Δελχαρώ. Το «ψήλωμα του νου» εξακολουθεί, μόνο που εδώ χαρακτηρίζεται «έμμονος ιδέα». Από αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα προσπαθεί να απαλλαγεί με όλες αυτές τις γονυκλισίες και τις αυστηρές νηστείες, που όμως τις χρησιμοποιεί σαν να έχουν από μόνες τους μια μαγική δύναμη, η οποία λειτουργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από το πνευματικό τους περιεχόμενο, που είναι η σχέση με το Χριστό. Έτσι η Φραγκογιαννού έχει μεταβληθεί ακούσια σε μία κακή μάγισσα χειρότερη από τη μητέρα της, γιατί δεν ελέγχει το τι κάνει: «Α! ιδού.. Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά παν άλλο – μάλλον το εναντίον.» Σε αυτό το αναποδογύρισμα προσπαθεί να εμπλέξει και τον Άη-Γιάννη παρακαλώντας τον να συμπεριφερθεί σαν συνένοχος. Έτσι η πνευματική στάση της Φραγκογιαννούς, φαινομενικά ευσεβής και κοινωνικά επαινετή και αποδεκτή, επιδεινώνει τραγικά την εσωτερική της κατάσταση και τη ρίχνει στο δεύτερο διπλό έγκλημα, το οποίο μέσα στην εσωτερική της σύγχυση εκλαμβάνει σαν σημείο του Αη-Γιάννη. Για να το πραγματοποιήσει μάλιστα «…ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. Είτα, είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως: ‘Καρδιά!… αυτό είναι μια απόφαση’. Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν.»
Στο τρίτο έγκλημα, που γίνεται μετά το Πάσχα, την εβδομάδα του Θωμά, η εσωτερική πάλη μετατίθεται μετά το πέσιμο της Ξενούλας στο πηγάδι, όταν «έπνιξεν» τη κραυγή της και ακινητοποίησε τις κινήσεις που ήταν έτοιμη να κάνει για να τη σώσει. Τώρα της φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός έχει μπει στην υπηρεσία της και πραγματοποιεί τις ευχές της. Μπλέκεται ακόμη περισσότερο μέσα στο δίχτυ που την εξαπατά. Συγχρόνως αρχίζει και η εξωτερική καταδίωξη από την εξουσία που «είχεν αρχίσει να συλλαμβάνει υποψίας». Η Χαδούλα αυτοφυγαδεύεται, αλλά πριν πάρει τα βουνά, κρύβεται στο «μικρό κατωγάκι» της Μαρούσας, την οποία κάποτε είχε βοηθήσει να κάνει έκτρωση. Εκεί πάνω στη κουβέντα ομολογεί ότι «…κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.» Πάνω στα βουνά συναντά το βοσκό Λυρίγκο, του οποίου το παράπονο «Όλο κοριτσούδια το έρμο» γίνεται η αφορμή, για να αρχίσει πάλι η εσωτερική πάλη και να σπαράσσεται «από τους όνυχας της πραγματικότητος». Ποια είναι όμως η γλύκα αυτής της αμαρτίας; «Ησθάνετο την στιγμήν εκείνην αγρίαν χαράν να πνίξη το μικρόν θυγάτριον…» Είναι αυτό που ο Ασλανίδης ονομάζει «…η ενδοφάνεια ενός ιδανικού εγώ, ενός ιδανικού ναρκισσιστικής παντοδυναμίας.» Η ψευδαίσθηση δηλαδή της δύναμης ότι τώρα αποτελεί το θύτη και όχι το θύμα.
Το ψήλωμα του νου, το νόημα που έχει βρει επιτέλους σχετικά με την ενοχή της απέναντι στη μητέρα, την οδηγεί ενδόμυχα να θεωρεί ως θεό τη μητέρα αυτή. Δεν θέλει να αποχωριστεί το νόημα αυτό, γιατί ακριβώς δίνει μια λογική εξήγηση στο πόνο της και μία λογική εξήγηση της είναι πολύτιμη, γιατί την κάνει να αισθάνεται άνθρωπος και όχι ένα ζώο που υποφέρει παράλογα και μουγγά. Πίσω από την εμμονή στο έγκλημα υπάρχει η τραγική και γενναία απαίτηση μιας συνείδησης που συντρίβει η πραγματικότητα, να παραμείνει ανθρώπινη, δηλαδή λογική. Είναι ένα αίτημα καθαρά ελληνικό. Το τραγικό είναι ότι με το ψήλωμα αυτό του νου η πνευματική της κατάσταση μετατρέπεται από χριστιανική σε ειδωλολατρική. Ο χριστιανικός Θεός έχει αντικατασταθεί από τη μορφή ενός προγόνου που παίρνει μυθικές διαστάσεις παντοδυναμίας, γίνεται κάτι σαν τη μεγάλη Μητέρα των θεών, που απαιτεί ανθρωποθυσίες και πάει τη Χαδούλα πολύ μακριά. Έτσι αποδεικνύεται ότι η φτώχεια στην οποία τη βύθισε από την απονιά της η μητέρα της, δεν ήταν μόνο υλική, ήταν κυρίως πνευματική. Ήταν η απουσία νοήματος της ζωής, η καταπάτηση νόμων, εθίμων και υποχρεώσεων κάτω από την προσχηματική ικανοποίησή τους μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου και για την εξαπάτηση των πολλών.
Το τέταρτο έγκλημα, που γίνεται κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, διακόπτεται προς στιγμήν από το κυνηγητό των χωροφυλάκων, αλλά η Φραγκογιαννού επανέρχεται την επόμενη νύχτα και ολοκληρώνει το έργο της, παρόλο που «…Της ήλθεν εις τον νουν ότι ήτο αβάπτιστον, και αν το έπνιγε, θα είχεν διπλήν αμαρτίαν… Η σκέψις αύτη επί μίαν στιγμήν την αναχαίτισεν, αλλ’ όμως απεφάσισε να υπερπηδήσει τον φραγμόν τούτον..» Αφού η πράξη έχει αποφασιστεί, είναι πλέον ζήτημα χρόνου η πραγματοποίησή της. Στο διάστημα αυτό, που μεσολαβεί μέχρι την πραγματοποίηση, συναντά «έναν γέροντα μοναχόν, τον πάτερ Ιωάσαφ», με τον οποίο όμως κάθε απόπειρα να επικοινώνήσει προσκρούει στην απαγγελία ρητών και αποσπασμάτων του ψαλτηρίου. Ο μοναχός αυτός είναι ένας απλός κηπουρός και το μόνο που έχει να της προσφέρει είναι «κανένα μαρούλι και ολίγα κουκιά». Αν ήταν σε θέση να κάνει μαζί της μία πνευματική συζήτηση, να εκμαιεύσει το πρόβλημα και να βάλει κατηγορηματικά τα πράγματα στη θέση τους, ίσως και να προλάβαινε το τέταρτο και βαρύτερο έγκλημα. Όμως οι μοναχοί αυτού του μοναστηριού: «Την φιλοσοφίαν αυτοί, την είχον λάβει ως εκ κληρονομίας, χωρίς να σκοτίσουν τον νουν των εις την ‘ζήτησιν της αληθείας’, όπου ποτέ δεν ευρίσκεται.» Η φαινομενικά αθώα λοιπόν αυτή συνάντηση με το μοναχό είναι βαθύτατα τραγική, γιατί δείχνει τη μεγάλη πνευματική μοναξιά της ηρωίδας και προηγείται από το πιο συνειδητό έγκλημα, που τη μετατρέπει πια σε κανονικό serial killer.
Είναι σαν να μας λέει ο συγγραφέας ότι η απουσία νοήματος, η έλλειψη επικοινωνίας με την αλήθεια, δεν είναι ένα ατομικό σύμπτωμα της γριάς Χαδούλας, αλλά επεκτείνεται σε όλο τον κοινωνικό περίγυρο, ο οποίος τελεί σε έναν πνευματικό λήθαργο: «-όπως αποδειχθή διά μυριοστήν φοράν, ότι οι άνθρωποι συνήθως άλλα σκέπτονται και άλλα κάμουν, και ότι μιμούνται αλλήλους μηχανικώς.» Και έτσι απομένει στη Φραγκογιαννού η τραγική μοναξιά να σπάσει μόνη της τον πνευματικό αυτό λήθαργο, έστω και ως μυθιστορηματικό πρόσωπο: «-Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπεν ο αγροφύλαξ. Σε καμπόσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.» Πολύ πριν «ψηλώσει ο νους της» ευχόταν στα μικρά κορίτσια «να μη σώσουν να πάνε παραπάνω», αλλά κανείς και καμιά δεν διαμαρτυρόταν για την ευχή αυτή, σαν να ήταν μια ενδόμυχη επιθυμία όλων, που έμενε βέβαια στο επίπεδο της σκέψης. Όμως ήταν ήδη αμαρτία, αφού χρέωνε στα μικρά αθώα κορίτσια τις δικές τους επιλογές, να απαιτούν οι ίδιοι σαν γονείς και υποψήφιοι γαμπροί και σπίτι και αμπέλι και ελαιώνα και χωράφι και τα μετρητά που «είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία». Αλλά «ενώ η αμαρτία είναι δυνατότητα του κάθε ανθρώπου, η ύβρις είναι δυνατότητα του ισχυρού ανθρώπου.» Αποτέλεσμα της συλλογικής αμαρτίας είναι οι άντρες να βγαίνουν άχρηστοι και οι γυναίκες αντρογυναίκες, να έχει διαταραχθεί δηλαδή η ταυτότητα, η επικοινωνία και η ισορροπία των φύλων.
Μετά από αυτό το τελευταίο έγκλημα, με το οποίο ολοκληρώνεται η ‘δέση’ της ύβρεως, είναι βέβαιος ο θάνατος που την περιμένει σαν ‘λυση’ και σαν απονομή δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά όμως, το έχει πάρει απόφαση πια, να φτάσει μέχρι το ερημητήριο του γέροντα που έχει προορατικό χάρισμα να εξομολογηθεί.«Καιρός μετανοίας πλέον…», σχολιάζει ο Παπαδιαμάντης, αλλά αυτό δεν πρόκειται να της σώσει τη ζωή. Θα είναι όμως ένα εφόδιο για τον άλλο κόσμο, την προίκα που της στέρησε η μάνα της σ’ αυτή τη ζωή, της την χαρίζει γενναιόδωρα ο συγγραφέας για την άλλη ζωή. Και ακόμα φροντίζει να μην την παραδώσει στους χωροφύλακες, τους οποίους αντιμετωπίζει ειρωνικά. Είναι η ίδια η φύση που αναλαμβάνει το ρόλο της τιμωρού, που μετά το φόνο του αβάπτιστου βρέφους αρχίζει να την καταδιώκει: Από τη μια οι λίθοι την κυνηγούν, από την άλλη οι σωματικές της δυνάμεις αρχίζουν να την εγκαταλείπουν. Και λίγο πριν η φύση την πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, δηλαδή τον πνιγμό, αναφωνεί: «-Ω! να το προικιό μου!», συνειδητοποιώντας έτσι ότι με τους φόνους αυτούς δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη μοίρα που της προσδιόρισε η μάνα της, αλλά αυτήν ακριβώς πραγματοποίησε: Το θάνατό της, που ήταν η πραγματική προίκα που της έδωσε η στρίγγλα Δελχαρώ, όταν την πάντρεψε και την «ενεκροβλόγησε». Η πνευματική σύγχυση τέλος, η οποία πλημμυρίζει το μυθιστόρημα ως σύμπτωμα της συνείδησης της ηρωίδας, εκτίθεται από το συγγραφέα ειρωνικά, δηλώνοντας με την ειρωνεία αυτή την απόσταση που κρατάει ο ίδιος από τη συνείδηση της ηρωίδας του. Γι` αυτό μέσα στο κείμενο υπάρχουν δύο διαφορετικές ειρωνείες, που δεν θα πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους: η ειρωνεία της Φραγκογιαννούς και η ειρωνεία του ίδιου του συγγραφέα.
Η ειρωνεία της ηρωίδας δείχνει την πικρία της και τη βεβαρημένη ψυχολογική της κατάσταση, ενώ η ειρωνεία του συγγραφέα, που είναι τραγική, δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση από τις αυταπάτες της, ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να συνειδητοποιήσει όλη την έκταση του προβλήματος. Η ίδια απόσταση δηλώνεται τόσο από τον τίτλο «Η Φόνισσα», όσο και από την επεξήγηση του τίτλου ‘κοινωνικό μυθιστόρημα’. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Παπαδιαμάντης εκθέτει μέσα από την τραγική ιστορία της ‘Φόνισσας’, την τραγική κατάσταση στην οποία περιέρχεται η γυναίκα, όταν βιώνει την περιφρόνηση και την εκμετάλλευση του φύλου της, ένα θέμα τόσο τοπικό, όσο και παγκόσμιο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Ποιητική, (Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια, Δρομάζου Σ.), Αθήνα, Κέδρος, 1982
ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ Ε., Το μητρικό στοιχείο στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, Αθήνα, Εκδόσεις Ράππα, 1988
GUY (MICHEL) SAUNIER, Εωσφόρος και άβυσσος, Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, Αθήνα, εκδ. Άγρα
ΖΑΜΑΡΟΥ Ρ. Φύση και έρωτας στον Παπαδιαμάντη, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 2000
ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΟΝΙΑ, Ο κοινωνικός ρόλος και ο «εσωτερικός άνθρωπος», Αθήνα, Κ, Περιοδικό κριτικής λογοτεχνίας και τεχνών, Μάρτιος 2003
ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ Α. Ε. Νικόλαος, Η αρχαιογνωσία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αθήνα, Εταιρεία παπαδιαμαντικών σπουδών κ΄ εκδοσεις Δόμος, 2002
ΚΙΤΤΟ, Η αρχαία ελληνική τραγωδία, Αθήνα, εκδ. Παπαδήμα, 1989
ΚΡΙΠΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Α., «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου», Σχόλια στη Φόνισσα, Κύπρος, περιοδικό «Ακτή», τεύχος 48, Φθινόπωρο 2001
ΛΕΚΑΤΣΑΣ Π., Διόνυσος, Καταγωγή και εξέλιξη της Διονυσιακής Θρησκείας, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999, τέταρτη έκδοση
ΜΑΝΤΑΣ Α., Μια ανάγνωση της «Φόνισσας», Αθήνα, περιοδικό «Φιλολογική», τεύχος 75, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2001
ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ Χ., Περί του τραγικού, Αθήνα, Αστρολάβος / Ευθύνη, 1992, Β΄ έκδοση
ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. Δ., Η Εκκλησία ως τέλος και ως αποκάλυψη στον Παπαδιαμάντη και στον Πεντζίκη, Αθήνα, εκδ. Δόμος, 1998
ΜΠΑΚΟΝΙΚΟΛΑ-ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ Χ., Το τραγικό, η τραγωδία και ο φιλόσοφος, Αθήνα, Εκδόσεις Αρσενίδη, 1990, Β΄ έκδοση
MOST G., Η δημιουργία λογοτεχνικών ειδών: η έννοια του Τραγικού, Αθήνα, περιοδικό «Ποίηση», τεύχος 18, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2001
ΠΑΓΑΝΟΣ Γ., Η νεοελληνική πεζογραφία, α΄ τόμος, Θεσσαλονίκη, 2002
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ Κ., Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998, δεύτερη έκδοση
ΠΡΑΚΤΙΚΑ Α΄ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΊΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΔΑΝΤΗ, Εταιρεία Ευβοϊκών σπουδών, Σκιάθος 20-24 Σεπτεμβρίου 1991, εκδ. Δόμος
ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ, Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του, Επιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ελληνικό και λογοτεχνικό αρχείο, Αθήνα 1981
ΦΑΡΙΝΟΥ-ΜΑΛΑΜΑΤΑΡΗ Γ., Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη 1887-1910, Αθήνα, Κέδρος, Β΄ έκδοση, 2001





































































































