Ήταν συμπλήρωμα των εσόδων μιας μαρουσιώτικης οικογένειας παλαιότερα οι κοπέλες να εργάζονται. Και εργάζονταν στα ξένα χωράφια, όταν ζητιούνταν εργατικά χέρια. Αφού λοιπόν είχαν τελειώσει οι εργασίες στα δικά τους κτήματα πήγαιναν και στα ξένα. Και υπήρχαν άφθονες εργατικές απασχολήσεις στα μεγάλα κτήματα της περιοχής. Έπειτα οι κοπέλες δούλευαν «για να ‘τοιμάσουν την προίκα τους», όπως έλεγαν.
Γράφει ο Δημήτρης Μασούρης
Ο Συγγρός π.χ. είχε προσλάβει κοπέλες για τις πολλές εποχιακές δουλειές του χτήματός του. Άλλες ξεβοτάνιζαν, άλλες εργάζονταν ως οικιακές βοηθοί στο παλάτι του, έτσι καλούσαν τον πύργο του, άλλες έσπαγαν πέτρες για να στρώσουν τα καλντερίμια του χτήματος, άλλες εργάζονταν ως υπηρετικό προσωπικό στα ξενοδοχεία της περιοχής, άλλες ήταν μοδίστρες κλπ. Τα μεγάλα χτήματα, ή τα σπίτια, όπως του Απέργη, του Αργύρη, του Βορρέ, του Κατσίμπαλη, του Παπουτσάνη, του Χρυσοσπάθη κ.ά. απασχολούσαν πολύ γυναικείο προσωπικό.
Άλλες επίσης πήγαιναν στα μακρινά τους χωράφια στις Αδάμες, τον Αχλαδόκαμπο, την Καλογρέζα, τις Λιούτσες, το Πάτημα, το Σωρό, το Χαρβάτι, για να σκάψουν τα αμπέλια ή να τα καθαρίσουν από τα αγριόχορτα, ιδιαίτερα την Άνοιξη. Στους αγρούς έπαιρναν το δικό τους κομμάτι στο σκάψιμο, τη δική τους (ν)τράφα, όπως έλεγαν. Με τις Αδάμες λοιπόν, απ’ όπου και η ιστορία μας, οι Μαρουσιώτες είχαν ιδιαίτερη αγάπη. Εκεί έσμιγαν με τους Μενιδιάτες: Βασιλείου, Βιλλιώτη, Κουντουριώτη, με τους Κηφισιώτες: Βιλτανιώτη, Κυριαζή, Σκούρτη, κ.ά. έκαναν συνοικέσια «έχτιζαν οικογένειες, οι εργατικές γυναίκες δε χάνονταν».
Την Άνοιξη λοιπόν του 1821, λέει η μαρουσιώτικη παράδοση, που άρχισε να ροδίζει η ώρα της Λευτεριάς για τους σκλαβωμένους και τα αηδόνια πέρα στις νεροσυρμές και τα βάτα της Χελιδονούς, τα μονοπάτια τ’ ανεμωνοσπαρμένα άλικα απ’ τις παπαρούνες της Λυκόβρυσης κρυφά μηνούσαν τη Λευτεριά, έγινε το θαύμα. Οι ραγιάδες της Αττικής ξεσηκώθηκαν, ανταποκρινόμενοι στο επαναστατικό κάλεσμα της Πελοποννήσου.
Οι αγριοβιολέτες οι λευκές με το μεθυστικό τους άρωμα έδωσαν το παρόν τη μεγάλη ώρα. Η παρουσία τους στους αγρούς ήταν πρόκληση. Εκείνο το ζεστό όμορφο πρωινό, που ανθοφορούσε, η φύση, έπαιρνε το επαναστατικό μήνυμα για το Μαρούσι από τον οπλαρχηγό της Χασιάς Μελέτη Βασιλείου μια μαρουσιώτισσα κοπέλα, που δούλευε στα αμπέλια της κοντά στη ρεματιά της Χελιδονούς πέρα απ’ τα Μαχούνια του Οζά (Πάρνηθα). Ήταν εκεί ένας νερόμυλος. Το μήνυμα, που σώθηκε ως τις μέρες μας άλλα έλεγε και άλλα υπονοούσε. Έδινε οδηγίες. Χρειαζόταν προσοχή. Ο φόβος του τούρκου Αγά, που έμενε στο σπίτι του Αλή Μαλά ήταν μεγάλη. Έλεγε το μήνυμα:
Στάρι, κριθάρι ξάκρισμα στου Απριλιού τις έξι
με τα ταγάρια για άλεσμα στην εμπασά του Μέξη.
Η κοπέλα έκρυψε γρήγορα το μήνυμα στον κόρφο της. Και για να μη δώσει στόχο την ώρα, που έφευγε και, επειδή ζύγωνε το Πάσχα, έτρεξε στις άκρες των αμπελιών, έκοψε πολλές αγριοβιολέτες λευκές, που φύτρωναν εκεί, έκανε μιαν αγκαλιά, τις έβαλε στο καρτάλι (καλάθι) της, που το είχε για χόρτα, έκρυψε ανάμεσα και το μήνυμα, πήρε το γαϊδουράκι της και αναχώρησε για το Μαρούσι. Την ώρα του δειλινού της Μεγάλης Πέμπτης λειτουργούσε ακόμη στην Παναγιά τη Μαρουσιώτισσα ο Παπασυμεών.
Είχε βγάλει το Σταυρωμένο κι έλεγε το στερνό Ευαγγέλιο. Η κοπέλα ζύγωσε. Κρατούσε στην αγκαλιά της τις λευκές αγριοβιολέτες. Και όταν ο ιερέας τελείωσε, του τις έδωσε. Εκείνος κατάλαβε, τις πήρε και προχώρησε προς την Αγία Τράπεζα. Σκόρπισε τις αγριοβιολέτες στο κουβούκλιο του επιταφίου, πήρε το μήνυμα και ειδοποίησε αμέσως τον οπλαρχηγό του Μαρουσιού Αναστάση Λέκκα να ετοιμάσει τα παλικάρια του. Η σημαία της Επανάστασης στο Μαρούσι είχε υψωθεί και ήταν λευκή με γαλάζιο σταυρό.
Έτσι θα δούμε κι εφέτος τον επιτάφιο της Παναγίας: κατάλευκο, αστραφτερό, δωρικά λιτό να υψώνεται φανταχτερός πάνω στις πλάτες των συνοδών του την ώρα της περιφοράς. Οι μαρουσιώτισσες κοπέλες θα έχουν εργαστεί όλη τη νύχτα της Σταύρωσης για τη δημιουργία του. Σημειώνεται πως κατά τη γερμανική κατοχή ο στολισμός του επιταφίου γινόταν με χάρτινα λευκά λουλούδια, γιατί τα χωράφια και τ’ αμπέλια είχαν μεταβληθεί σε απέραντα στρατόπεδα στάθμευσης αυτοκινήτων και πετρελαιοειδών του κατακτητή, ενώ όλα τα σπίτια, τα σχετικά εμφανίσιμα, είχαν επιταχθεί από τους Γερμανούς αξιωματικούς. Αλλά τι να πρωτογράψει κανείς για τη βάναυση συμπεριφορά τους και τη δολοφονία ή κακοποίηση αθώων υπάρξεων μαρουσιωτοπαίδων;
Σήμερα τα χωράφια στο χώρο μας πολυκατοικοποιήθηκαν. Οι αγριοβιολέτες χάθηκαν και οι λευκές βιολέτες –ήμερες πλέον– καλλιεργούνται στα ανθοκήπια του Μαραθώνα και αλλού. Από εκεί τις προμηθευόμαστε για να διατηρήσουμε το παραδοσιακό μας έθιμο στη δημιουργία του επιταφίου μας και είμαστε οι μαρουσιώτες μονάχα, που παραγγέλλουμε το είδος αυτό στην αγορά των λουλουδιών. Οι άλλοι επιτάφιοι παντού χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη τους λουλουδοποικιλία. Άνθη δεμένα με επιμέλεια καλλιτεχνική σε ξυλόγλυπτο υπόβαθρο. Έχουν και εκείνοι ενδιαφέρον. Όμως ο επιτάφιος της Παναγίας είναι απλός, χειροποίητος και έχει τη δική του προσωπικότητα. Κατά παράδοση των μαρουσιωτών, για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία των κοριτσιών πρέπει να προσκυνηθούν το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής και οι τρεις (ή τρεις) επιτάφιοι.
Ο επιτάφιος της Παναγίας, όπως και οι άλλοι, επιτάφιοι στο Μαρούσι, έχει συγκεκριμένο δρομολόγιο. Θα σταματήσει στην Πλατεία Ηρώων για την καθιερωμένη δέηση – τιμή στους πεσόντες κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους μαρουσιώτες, στον Ηλεκτρικό Σταθμό, όπου θα συναντηθεί με τους επιταφίους των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Νικολάου και θα προσευχηθούν όλοι οι ακολουθούντες πιστοί για την υγεία όλων, των ταξιδευόντων και ξενιτεμένων, για τους μη δυνάμενους, ασθενείς κ.ά. και τέλος στην Πλατεία Κασταλίας, όπου θα αναπεμφθεί ικεσία για την ευφορία των καρπών της γης και την ειρήνη.







































































































