«Δεν έχει τίτλους ιδιοκτησίας η ΙΜΠ»
Αν η ΙΜΠ είχε τίτλους ιδιοκτησίας θα τους είχε προσκομίσει, λένε οι γνωρίζοντες, όταν κατά καιρούς τής δόθηκε η δυνατότητα να κατοχυρώσει την περιουσία της. Για παράδειγμα, με το Β.Δ. 17 23/11/1836, το κράτος αναγνώριζε ιδιωτικά δάση εφ΄ όσον παρουσιάσουν οι ενδιαφερόμενοι τους τίτλους των εις την επί των οικονομικών Γραμματείαν. Και στο άρθρο 2 γράφονται τα εξής (ΦΕΚ 69) «…Αξιώσεις Δήμων και Μοναστηρίων περί της ιδιοκτησίας δάσους θεμελιούμεναι μόνον εις πολυχρόνιον και αδιάλειπτον δικαίωμα ξηλεύσεως, προερχόμεναι από την ανέκαθεν αμελημένην διοίκησιν των δασών και επομένως μη στηριζόμεναι εις νομικά έγγραφα χαρακτηρίζοντας ρητώς την ιδιοκτησίαν του δάσους, δεν ημπορούν να αναγνωρισθώσιν, ούτε ημπορούν τα ισχυριζόμενα αυτά δικαιώματα να γίνωσι παραδεκτά ως τίτλος ιδιοκτησίας μάλιστα τα δάση ταύτα αναντιρήτως ως δημόσιας…»
Μαντέψτε… Η Μονή Πεντέλης δεν προσήγαγε τίτλους στην επί των οικονομικών Γραμματεία!
Το ίδιο είχε συμβεί και με το Β.Δ. 15/12/1833 που αναγνωρίζει δικαιώματα επί των λιβαδιών μόνο σε όσους είχαν οθωμανικά έγγραφα (τάπια). Η Μονή Πεντέλης δεν ήταν δυνατόν να έχει τάπια γιατί τα λιβάδια στην Αττική ανήκαν στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (ερεζίτ μεριζιέ), γι΄ αυτό και δεν προσήλθε ούτε σε αυτή την περίπτωση για την απόδειξη των τίτλων της.
Βέβαια, έχει καταφέρει κατά καιρούς να εκποιήσει εκτάσεις από τη φερόμενη ιδιοκτησία της στην Πεντέλη, εκμαιεύοντας νομαρχιακές αποφάσεις, όπως την υπ’ αριθμό 5883/70, που της έδινε το δικαίωμα να πουλήσει 4.000 στρέμματα (Εφημερίδα Πεντέλη Νοέμβρης 1983).
Στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου της συντονιστικής επιτροπής κατά των φωτοβολταϊκών, ο επικεφαλής της ΠΕΝΤΕΛΗ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ Αντώνης Φειδοπιάστης επικαλέστηκε δύο ακόμα στοιχεία κατά των επιχειρημάτων της Μονής. «Η Μονή εκμεταλλεύεται δύο βασιλικά διατάγματα, ένα του 1911 και ένα του 1933, που απροσδιορίστως της έδινε διακατοχή (όχι ιδιοκτησία) για να μπορεί να εκμεταλλεύεται τη ρυτίνη και την υλοτόμηση. Πριν από μερικά χρόνια που βρέθηκε στα Δικαστήρια με τον Δήμο Βριλησσίων, όταν την κάλεσαν να φέρει τίτλους, δεν προσκόμισε τίποτε, παρά ισχυρίστηκε νομή από το έτος 1500, όταν η Μονή ιδρύθηκε γύρω στο 1700!», δήλωσε ο Αντ. Φειδοπιάστης.
Με βάση τα λεγόμενα του ίδιου, η Μονή για την τεκμηρίωση του εμπράγματου δικαιώματός της επικαλείται χρησικτησία και αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. «Μια τέτοια απόφαση είναι και αυτή του 2442 στις 22/3/1988, που προφανώς αφορά διένεξη μεταξύ ιδιωτών. Είναι το σχέδιο για να μπορούν να κατοχυρώνονται εκτάσεις σε κάποιους, αν και ο νόμος προβλέπει ότι δεν αναγνωρίζεται χρησικτησία επί Δημοσίου Κτήματος», συμπλήρωσε ο επικεφαλής της ΠΕΝΤΕΛΗ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ.
Από την πλευρά του, ο δασολόγος Ηλίας Αποστολίδης επανέλαβε στην «Α» τις πρόσφατες δηλώσεις του στην «Ελευθεροτυπία», ότι δηλαδή η Μονή Πεντέλης έχει παραδώσει με πρωτόκολλο το Δημόσιο «Διακατεχόμενο δάσος» Πεντέλης με βάση τους νόμους 1700/1987 (Ρύθμιση Θεμάτων Εκκλησιαστικής Περιουσίας) και 1811/1988 (Κύρωση της «Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή»).
«Μέσα στις 149 μονές που υπέγραψαν τη σύμβαση στις 11.5.1988 ήταν και η Μονή Πεντέλης. Εν συνεχεία έπρεπε να συνταχθεί μια Επιτροπή που θα καθόριζε πόσα ακριβώς στρέμματα γύρω από τις μονές θα ορίζονταν ως ιδιοκτησία τους», υποστηρίζει ο Ηλ. Αποστολίδης. Θυμάται ότι ο πρώην κοινοτάρχης Νέας Πεντέλης Κώστας Κοσοβίτσας έκανε συνεχείς οχλήσεις για να προχωρήσει το θέμα, αλλά η εν λόγω Επιτροπή… χάθηκε στον δρόμο, κατά τα ειωθότα στην ελληνική επικράτεια.
Ο διευθυντής του Γραφείου Τύπου της Αρχιεπισκοπής Χάρης Κονιδάρης, όταν ρωτήθηκε από την «Α» αν η Μονή Πεντέλης ανήκει στις 149 μονές που έχουν παραδώσει το διακατεχόμενο δάσος, απέφυγε να απαντήσει, τονίζοντας με έμφαση ότι το ιδιοκτησιακό της έκτασης που θα γίνει η επένδυση είναι το μόνο ξεκάθαρο.
Ο Ηλ. Αποστολίδης επιμένει ότι το δάσος της Πεντέλης ήταν πάντα δημόσιο και ότι η Μονή, επικαλούμενη την καύση κάποιων αρχείων γύρω στο 1850 και μια «μαρτυρία» ή αναφορά του Παπαρρηγόπουλου, προσπαθεί να τεκμηριώσει ιδιοκτησία. Τα διακατεχόμενα δάση είναι ιδιοκτησίας του Δημοσίου, μέχρι να μπορέσουν οι κάτοχοι να αποδείξουν το αντίθετο.
Θυμίζουμε ότι στο σκληρό παζάρι που παίχτηκε εκείνη την περίοδο μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, η δεύτερη εξασφάλισε τη μισθοδοσία του προσωπικού της από το Δημόσιο.
Να θυμίσουμε, επίσης, ότι μετά τους δύο επίμαχους νόμους (1700/1987 και 1811/1988) κάποιες μονές, αλλά και κάποιοι ιερομόναχοι, προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση άρθρων της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο λοιπόν εν μέρει δικαίωσε τους προσφεύγοντες, αναγνωρίζοντας στις μονές που δεν είχαν προσχωρήσει στη Σύμβαση με το Δημόσιο να αποδείξουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους με κάθε αποδεικτικό μέσο, ενώ ταυτοχρόνως ανακλήθηκαν από τότε που εκδόθηκαν όλες οι διοικητικές πράξεις κάθε είδους και όλες οι εγκύκλιοι που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αρχή σε εκτέλεση των νόμων 1700/1987 και 1811/1988 και αφορούσαν τις μονές αυτές. Τελικά και η Ελληνική Πολιτεία το αναγνώρισε, προκειμένου να αποφύγει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, με διάταξη, ενσωματώνοντας τελικά την απόφαση στον νόμο 2413/1996 για την ελληνική παιδεία στο εξωτερικό κ.λπ.






































































































