H βουλευτής Βορείου Τομέα του ΠΑΣΟΚ μιλά στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ για την ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος, τις 120 δόσεις, τους servicers και την προστασία της κύριας κατοικίας, παρουσιάζει τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για το ιδιωτικό χρέος και ξεκαθαρίζει ότι στόχος είναι η πολιτική ανατροπή και η αλλαγή της πολιτικής που ακολουθείται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΛΙΑ ΛΑΠΠΑ

Κυρία Αποστολάκη, η κυβέρνηση επέλεξε επιδότηση 15 λεπτών στο diesel, ενώ το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε τροπολογία, την οποία συνυπογράφετε, για μηχανισμό μεταβλητού Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, ώστε όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές να μειώνεται ο φόρος. Πώς θα λειτουργούσε αυτό στην πράξη και τι απαντάτε στην κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι μεγαλύτερες μειώσεις φόρων θα έθεταν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία;
Κυρία Λάππα, οι αντοχές όλων δοκιμάζονται από την αύξηση της βενζίνης και τις συνέπειες της αύξησης αυτής στην καθημερινότητά τους. Για την ακρίβεια σχεδόν όλοι, καθώς τις προηγούμενες εβδομάδες στελέχη και βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης ανέφεραν ότι αφού υπάρχει κίνηση στους δρόμους δεν υπάρχει ζήτημα με την αύξηση της βενζίνης και όσοι γκρινιάζουν είναι κακομοίρηδες!
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις των αυξήσεων στο εισόδημα των πολιτών καταθέσαμε τροπολογία με την οποία προτείναμε έναν μόνιμο, διαφανή μηχανισμό που ενεργοποιείται όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Δεν προτείνουμε αποσπασματικές επιδοτήσεις και πρόσκαιρες λύσεις που δεν έχουν κανένα αποτύπωμα στην καθημερινότητα του πολίτη.
Όταν η τιμή του Brent ξεπερνά την τιμή που έχει ήδη υπολογιστεί στον κρατικό προϋπολογισμό και το Δημόσιο, εξαιτίας της ακρίβειας, εισπράττει περισσότερα έσοδα από ΦΠΑ στα καύσιμα, αυτά τα πρόσθετα έσοδα επιστρέφουν στους καταναλωτές μέσω προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Δηλαδή, η ενεργειακή ακρίβεια δεν μετατρέπεται σε πρόσθετο φορολογικό όφελος για το κράτος, αλλά σε ελάφρυνση στην αντλία.
Και εδώ ακριβώς απαντάμε στην κυβέρνηση, όταν επικαλείται τον κίνδυνο για τη δημοσιονομική ισορροπία. Δεν προτείναμε μια ανεξέλεγκτη, μόνιμη μείωση του ΕΦΚ ανεξαρτήτως δημοσιονομικών συνθηκών. Η τροπολογία μας προβλέπει ρητά ότι η απώλεια εσόδων από τη μείωση του ΕΦΚ και τη συνακόλουθη μείωση του ΦΠΑ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ που δημιουργεί η αύξηση των τιμών.
Επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι δεν δημιουργείται κανένα δημοσιονομικό κενό. Όταν υπάρχουν πρόσθετα έσοδα λόγω της ακρίβειας, επιστρέφονται στον καταναλωτή. Όταν αυτά τα πρόσθετα έσοδα παύουν να υπάρχουν, η προσωρινή μείωση του ΕΦΚ σταματά και επανέρχονται οι κανονικοί συντελεστές.
Άρα το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι αμείλικτο: αφού υπάρχει τρόπος να στηριχθεί ο καταναλωτής χωρίς να διακινδυνεύεται η δημοσιονομική ισορροπία, γιατί επιλέγει αποσπασματικές επιδοτήσεις αντί για έναν μόνιμο και αυτόματο μηχανισμό που επιστρέφει στους πολίτες τα πρόσθετα έσοδα που γεννά η ίδια η ακρίβεια;
Η πίεση μεταφέρεται και στο ράφι, με την αγορά να προειδοποιεί για νέες ανατιμήσεις σε βασικές κατηγορίες προϊόντων. Πόσο ανησυχείτε για ένα νέο κύμα αυξήσεων στα σούπερ μάρκετ και τι διαφορετικό θα μπορούσε να κάνει άμεσα η κυβέρνηση ώστε το αυξημένο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος να μη μεταφερθεί τελικά στον καταναλωτή;
Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων και τα τρόφιμα κινδυνεύουν να βρεθούν στην κορυφή των πιέσεων αυτών.
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε τον Σεπτέμβριο στο 5,1%, όταν στην Ευρωζώνη βρίσκεται στο 3,8%. Μέσα σε έναν μόλις μήνα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,8%, τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση στην Ευρωζώνη.
Η βασική αιτία είναι η ενέργεια. Μέσα σε έναν χρόνο το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 25,4%. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, ακριβότερο ρεύμα, ακριβότερα καύσιμα και μεταφορές που συνεπάγονται υψηλότερο κόστος παραγωγής και λειτουργίας για τις επιχειρήσεις, το οποίο θα μεταφερθεί σταδιακά στο ράφι και τελικά στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Γι’ αυτό απαιτείται παρέμβαση τώρα και όχι όταν θα έχουν ήδη αυξηθεί οι τιμές και δεν θα υπάρχει επιστροφή. Το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 20% από το 2027 και κατά 30% σε βάθος τετραετίας, με ενίσχυση των μακροχρόνιων ενεργειακών συμβολαίων, ανάπτυξη της αποθήκευσης, παρεμβάσεις στη χονδρική αγορά και συγκράτηση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Το κρίσιμο είναι να ανακοπεί η αύξηση του κόστους πριν αυτή περάσει σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Τα νοικοκυριά, μετά από χρόνια συνεχών πιέσεων στην αγοραστική τους δύναμη, δεν αντέχουν να πληρώσουν έναν ακόμη λογαριασμό ακρίβειας.
Πριν από λίγες ημέρες ρωτούσατε στη Βουλή «ποιος ελέγχει τους servicers;». Ο Κυριάκος Πιερρακάκης απαντά πλέον με αυστηρότερο πλαίσιο εποπτείας, ελέγχους και κυρώσεις. Εσείς χαρακτηρίσατε τις εξαγγελίες «ομολογία αποτυχίας». Τι εξακολουθεί να λείπει από το νέο πλαίσιο και ποιος μηχανισμός θα μπορούσε πραγματικά να υποχρεώσει τους servicers να συμμορφώνονται;
Χρειάστηκαν χιλιάδες καταγγελίες δανειοληπτών, χιλιάδες πλειστηριασμοί και κυρίως η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους για να αναγνωρίσει επιτέλους η κυβέρνηση ότι το πλαίσιο λειτουργίας των servicers χρειάζεται ουσιαστικές αλλαγές. Οι ανακοινώσεις της αποτελούν ομολογία της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής και ακόμη μια υπενθύμιση ότι όσο παραμένει η ΝΔ στην εξουσία τόσο πιο ευάλωτοι είναι οι δανειολήπτες.
Αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι η πραγματική δεσμευτικότητα των κανόνων απέναντι στους servicers. Τι συμβαίνει όταν ένας servicer παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος; Ποιες συγκεκριμένες συνέπειες έχει αυτή η παραβίαση για τη σχέση του με τον οφειλέτη; Και τι συμβαίνει όταν ο οφειλέτης καταθέτει μια τεκμηριωμένη και βιώσιμη αντιπρόταση και ο servicer την απορρίπτει; Αρκεί το «όχι» του ή πρέπει αυτό να είναι αιτιολογημένο και κάποιος να ελέγξει και αν αυτή η απόρριψη είναι πράγματι δικαιολογημένη;
Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της πρότασης του ΠΑΣΟΚ. Έχουμε προτείνει η τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας να αποτελεί πραγματική και δεσμευτική υποχρέωση του πιστωτή απέναντι στον δανειολήπτη, με συγκεκριμένες συνέπειες όταν παραβιάζεται. Έχουμε προτείνει επίσης η απόρριψη της αντιπρότασης του οφειλέτη να είναι ειδικά και εξατομικευμένα αιτιολογημένη, με βάση την πραγματική οικονομική του κατάσταση, τη δυνατότητα αποπληρωμής του αλλά και το κόστος με το οποίο αποκτήθηκε η απαίτηση.
Και επειδή δεν μπορεί ο servicer να είναι ταυτόχρονα μέρος της διαπραγμάτευσης και ο μοναδικός κριτής της έκβασής της, έχουμε προτείνει τη δημιουργία ανεξάρτητων Επιτροπών Διευθέτησης Οφειλών σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα. Εκεί θα μπορεί να προσφεύγει ο δανειολήπτης όταν η διαπραγμάτευση οδηγείται σε αδιέξοδο, ώστε να ελέγχεται επί της ουσίας αν η άρνηση του πιστωτή είναι δικαιολογημένη και να μπορεί να προκύπτει μια πραγματικά βιώσιμη πρόταση ρύθμισης.
Δεν αρκούν οι καθυστερημένες κυβερνητικές εξαγγελίες για περισσότερα πρόστιμα και αυστηρότερη εποπτεία. Χρειάζεται ένας μηχανισμός που να δίνει πραγματικά δικαιώματα στον δανειολήπτη, να δεσμεύει ουσιαστικά τους servicers και να μην αφήνει τη βιώσιμη ρύθμιση αποκλειστικά στη δική τους διακριτική ευχέρεια.
Μιλάμε συνεχώς για καλύτερες ρυθμίσεις, αλλά ο οφειλέτης εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με έναν servicer που έχει πολύ μεγαλύτερη ισχύ. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει μάλιστα να λαμβάνεται υπόψη και το κόστος με το οποίο αποκτήθηκε το δάνειο. Πώς αλλάζει στην πράξη αυτή η ανισορροπία; Πρέπει ο δανειολήπτης να γνωρίζει πόσο αγόρασε το fund το δάνειό του και να μπορεί να διεκδικεί ρύθμιση ή εξαγορά με βάση και αυτή την αξία;
To ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει μια πρόταση που ενισχύει την θέση του δανειολήπτη. Σήμερα δεν υπάρχει ισορροπία στη διαπραγμάτευση. Από τη μία βρίσκεται ένας πολίτης που κινδυνεύει να χάσει την περιουσία του και από την άλλη μια ανεξέλεγκτη εταιρία που διαθέτει πολύ μεγαλύτερη οικονομική και διαπραγματευτική ισχύ.
Γι’ αυτό προτείνουμε συγκεκριμένους κανόνες που αλλάζουν αυτή τη σχέση. Ο servicer δεν θα μπορεί απλώς να απορρίπτει την πρόταση του δανειολήπτη. Θα οφείλει να αιτιολογεί την απόρριψή της, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική οικονομική κατάσταση και την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, αλλά και το εκτιμώμενο ή δηλωμένο κόστος με το οποίο αποκτήθηκε το δάνειο.
Γιατί το τίμημα αγοράς έχει σημασία. Δεν μπορεί ένα fund να αποκτά μια απαίτηση σε σημαντικά χαμηλότερη αξία και στη συνέχεια αυτό το οικονομικό δεδομένο να εξαφανίζεται πλήρως από τη συζήτηση για μια βιώσιμη ρύθμιση με τον ίδιο τον οφειλέτη. Το κόστος απόκτησης δεν σημαίνει ότι αυτομάτως η οφειλή περιορίζεται σε αυτό το ποσό. Σημαίνει όμως ότι αποτελεί ένα πραγματικό οικονομικό στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμάται στη διαπραγμάτευση.
Και κάνουμε ένα ακόμη βήμα, προτείνουμε να νομοθετηθεί το δικαίωμα προαίρεσης του συνεπούς δανειολήπτη πριν από τη μεταβίβαση του δανείου του σε fund. Εφόσον η τράπεζα έχει αποφασίσει να πουλήσει την απαίτηση, ο ίδιος ο δανειολήπτης πρέπει να έχει πρώτος τη δυνατότητα να την αποκτήσει. Δεν ζητάμε να υποχρεωθεί μια τράπεζα να πουλήσει. Ζητάμε, όταν έχει ήδη αποφασίσει να πουλήσει, να δοθεί πρώτα μια πραγματική ευκαιρία στον ίδιο τον οφειλέτη να διευθετήσει οριστικά το χρέος του.
Άρα, ναι, ο δανειολήπτης πρέπει να έχει την αναγκαία διαφάνεια ως προς το τίμημα της μεταβίβασης και αυτό να μην αποτελεί ένα «κρυφό» δεδομένο που γνωρίζουν μόνο οι επαγγελματίες της αγοράς. Και πρέπει να μπορεί να το αξιοποιεί τόσο για να διεκδικήσει μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση όσο και, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για να ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης.
Έτσι αλλάζει στην πράξη η ανισορροπία με διαφάνεια, υποχρέωση αιτιολόγησης, πραγματική δυνατότητα αντιπρότασης και συγκεκριμένα δικαιώματα για τον δανειολήπτη. Γιατί διαπραγμάτευση χωρίς πληροφόρηση και χωρίς δικαιώματα για τη μια πλευρά δεν είναι ισότιμη διαπραγμάτευση.
Το ΠΑΣΟΚ θα καταθέσει άμεσα την ολοκληρωμένη πρότασή του για το ιδιωτικό χρέος, όπου καταγράφονται όλες οι διαφορές της δικής μας από την αδιέξοδη κυβερνητική πολιτική.
Προτείνετε αυτοτελή προστασία της κύριας κατοικίας έως 310.000 ευρώ και δυνατότητα αποπληρωμής έως 35 χρόνια. Πού βάζετε τη γραμμή ανάμεσα στην προστασία εκείνου που πραγματικά αδυνατεί να πληρώσει και στον στρατηγικό κακοπληρωτή; Πώς μπορεί το σύστημα να ξεχωρίζει τους δύο;
Η προστασία αφορά εκείνον που βρίσκεται σε πραγματική και αποδεδειγμένη αδυναμία πληρωμής, όχι εκείνον που έχει τη δυνατότητα να πληρώσει και επιλέγει να μην το κάνει. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν προβλέπει μια οριζόντια και χωρίς προϋποθέσεις προστασία κάθε κύριας κατοικίας.
Για να υπαχθεί κάποιος στο πλαίσιο, εξετάζεται η πραγματική οικονομική του κατάσταση και η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Παράλληλα, τίθενται συγκεκριμένα όρια στην αξία της προστατευόμενης κατοικίας, από 200.000 ευρώ για τον άγαμο, τα οποία προσαυξάνονται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση έως τις 310.000 ευρώ για τετραμελή οικογένεια. Επιπλέον, προϋπόθεση είναι ο οφειλέτης να έχει προηγουμένως επιχειρήσει να ρυθμίσει τις οφειλές του μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού μέσα στους προηγούμενους δώδεκα μήνες.
Προστασία της κύριας κατοικίας δεν σημαίνει διαγραφή του χρέους ούτε ότι κάποιος κρατά το σπίτι του χωρίς να πληρώνει. Ο οφειλέτης καλείται να αποπληρώσει ποσό που συνδέεται με την αξία ρευστοποίησης της κατοικίας του, μέσα από μια μακροχρόνια ρύθμιση που μπορεί να φτάσει έως τα 35 χρόνια.
Μέσα από αντικειμενικά οικονομικά και περιουσιακά δεδομένα και τον προηγούμενο έλεγχο της δυνατότητας ρύθμισης, το σύστημα μπορεί να ξεχωρίζει τον πραγματικά αδύναμο από τον στρατηγικό κακοπληρωτή. Η επιλογή για το ΠΑΣΟΚ είναι να μην προστατεύεται εκείνος που μπορεί και δεν πληρώνει, αλλά ταυτόχρονα να μη χάνει την κύρια κατοικία του εκείνος που αποδεδειγμένα δεν μπορεί να πληρώσει και είναι πρόθυμος να εξυπηρετήσει μια βιώσιμη ρύθμιση.
Η κυβέρνηση φέρνει τις 120 δόσεις για οφειλές προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, ενώ εσείς υποστηρίζετε ότι το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη προτείνει διαφορετικό μοντέλο ρύθμισης. Τι λείπει από τη ρύθμιση της κυβέρνησης και ποια ουσιαστική διαφορά θα έβλεπε στην τσέπη του ο οφειλέτης με τη δική σας πρόταση;
Προτού απαντήσω στην ουσία του ερωτήματος, δεν μπορώ να μην αναφέρω την κυβερνητική υποκρισία. Έχουμε καταθέσει την πρότασή μας για τις 120 δόσεις εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η κυβέρνηση ισχυριζόταν ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος και μας χαρακτήριζε λαϊκιστές. Τώρα ξαφνικά βρήκε τον απαιτούμενο χώρο. Οι πολίτες πρέπει να αξιολογήσουν την αξιοπιστία της Νέας Δημοκρατίας και την όψιμη, δηλαδή την προεκλογική αναδίπλωσή της.
Η δική μας πρόταση έχει ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με την πρόταση που παρουσίασε το Υπουργείο Οικονομικών. Η βασική διαφορά είναι ότι η κυβερνητική ρύθμιση αυξάνει μεν τις δόσεις από 72 σε 120, αλλά δεν μειώνει ουσιαστικά το ίδιο το βάρος της οφειλής. Αφορά χρέη που έγιναν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ οι νεότερες οφειλές παραμένουν στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Επιπλέον, οι 120 δόσεις έχουν επιτόκιο 5,84%.
Η πρότασή μας είναι διαφορετική, ακριβώς γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να απλώσουμε το ίδιο χρέος σε περισσότερους μήνες, αλλά να δημιουργήσουμε μια ρύθμιση που ο οφειλέτης θα μπορεί πράγματι να ολοκληρώσει. Προτείνουμε το 70% της οφειλής να ρυθμίζεται σε έως 120 δόσεις και το υπόλοιπο 30% να παραμένει άτοκο. Εφόσον ο οφειλέτης αποπληρώσει με συνέπεια το 70%, το υπόλοιπο 30% διαγράφεται οριστικά. Παράλληλα, προβλέπουμε σημαντικές μειώσεις προσαυξήσεων και προστίμων, από 40% έως 85% ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων.
Η διαφορά στην τσέπη του πολίτη είναι πολύ συγκεκριμένη. Με την κυβερνητική πρόταση κερδίζει κυρίως περισσότερο χρόνο και μικρότερη μηνιαία δόση. Με την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, εφόσον είναι συνεπής στη ρύθμιση, μπορεί να έχει και ουσιαστική μείωση του συνολικού ποσού που τελικά θα καταβάλει.
Έχουμε επαναφέρει την πρόταση για 120 δόσεις επανειλημμένα ήδη από τον Δεκέμβριο του 2022 και την έχουμε συνδέσει με οφειλές όχι μόνο προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία αλλά και προς τους Δήμους. Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δόσεις θα είναι 72 ή 120. Είναι αν στο τέλος της ρύθμισης ο συνεπής οφειλέτης θα έχει ουσιαστικά στηριχτεί στην αποπληρωμή του χρέους του ή απλώς θα το κουβαλά ανείσπρακτο για περισσότερα χρόνια.
Έχουμε ληξιπρόθεσμες οφειλές, κόκκινα δάνεια, εξωδικαστικό μηχανισμό και επαναλαμβανόμενες ρυθμίσεις. Μήπως τελικά το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι πώς θα ρυθμίσουμε καλύτερα το ιδιωτικό χρέος, αλλά γιατί η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει νέους οφειλέτες; Τι πρέπει να αλλάξει ώστε σε λίγα χρόνια να μη συζητάμε ξανά για τις επόμενες 120 δόσεις;
Καμία ρύθμιση, όσες δόσεις και αν προβλέπει, δεν αποτελεί αποτελεσματική λύση, εάν την ίδια στιγμή η οικονομία εξακολουθεί να δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές και νέα κόκκινα δάνεια.
Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι μόνο ένα απόθεμα παλιών οφειλών που πρέπει να διευθετήσουμε. Είναι και ένα πρόβλημα που αναπαράγεται όταν το διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού ή μιας μικρής επιχείρησης δεν επαρκεί για να καλύψει ταυτόχρονα το κόστος στέγασης, την ενέργεια, τα τρόφιμα, τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και τις δόσεις των δανείων.
Γι’ αυτό χρειάζονται δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία για όσους έχουν ήδη συσσωρεύσει χρέη, με βιώσιμες ρυθμίσεις που μπορούν να ολοκληρωθούν και όχι με ρυθμίσεις που ύστερα από λίγους μήνες χάνονται και επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο.
Και δεύτερον, μια άλλη πολιτική που θα σταματήσει να παράγει τη νέα γενιά οφειλετών. Αυτό σημαίνει ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, αντιμετώπιση της ακρίβειας και ιδιαίτερα του κόστους ενέργειας και στέγασης, δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους και ένα τραπεζικό σύστημα που διοχετεύει περισσότερη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.
Για εμάς, οι 120 δόσεις είναι ένα αναγκαίο εργαλείο για το χρέος που υπάρχει ήδη. Δεν μπορούν όμως να αποτελούν την οικονομική πολιτική της χώρας κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια. Η πραγματική επιτυχία θα είναι σε λίγα χρόνια να μη χρειάζεται να συζητάμε για τις επόμενες 120 δόσεις, επειδή οι πολίτες θα μπορούν να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους από το εισόδημά τους, χωρίς να πρέπει κάθε μήνα να επιλέγουν ποια υποχρέωση θα αφήσουν πίσω.
Υπήρξε μια μακρά περίοδος σημαντικής κυβερνητικής φθοράς και κοινωνικής δυσαρέσκειας, χωρίς το ΠΑΣΟΚ να καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια στον βαθμό που θα επιθυμούσε. Χάθηκε πολύτιμος πολιτικός χρόνος; Μήπως το ΠΑΣΟΚ άργησε να βγει περισσότερο στην κοινωνία και να αποκτήσει απολύτως καθαρό πολιτικό στίγμα; Και πώς πιστεύετε ότι μπορεί τώρα να ανατρέψει αυτή την εικόνα;
Οι συσχετισμοί ισχύος, όπως αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις, παραμένουν ρευστοί. Βλέπουμε, για παράδειγμα, κόμματα που μέχρι πριν λίγους μήνες εμφάνιζαν κάποια δυναμική σήμερα να βρίσκονται σε αποδρομή με ραγδαία πτωτική πορεία. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ μετά τη ΔΕΘ και την παρουσίαση του προγράμματός του, κερδίζει απήχηση και εδραιώνεται στη συνείδηση της κοινωνίας ως ο εναλλακτικός προοδευτικός πόλος της ευθύνης, της σοβαρότητας και της αξιοπιστίας. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι δεν σταματήσαμε ποτέ να συνομιλούμε με την κοινωνία. Αντίθετα, όλο τον προηγούμενο χρόνο βρεθήκαμε σε όλη την Ελλάδα, συνομιλήσαμε με φορείς και ανθρώπους των τοπικών κοινωνιών, καταγράψαμε προβλήματα και ανάγκες και, με βάση αυτή τη δουλειά, προετοιμάσαμε το κυβερνητικό μας πρόγραμμα. Και σήμερα, θεωρώ είμαστε η μόνη αντιπολιτευτική δύναμη που διαθέτει ένα ρεαλιστικό, ολοκληρωμένο και κοστολογημένο σχέδιο για τη χώρα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι έχουμε σύρει επανειλημμένα την κυβέρνηση σε αναδίπλωση, όπως για παράδειγμα για τις 120 δόσεις ή τις συντάξεις χηρείας. Πάντα όμως οι αναγκαστικές αυτές κυβερνητικές παρεμβάσεις είναι και καθυστερημένες και κυρίως ανεπαρκείς. Συνεχίζουμε κατά συνέπεια την προσπάθεια για να ανατρέψουμε μια κυβέρνηση που λειτουργεί βλαπτικά για τα συμφέροντα των πολλών και να δώσουμε πραγματική πολιτική διέξοδο στη χώρα. Γιατί, όπως είναι γνωστό, από τη δεύτερη θέση ουδείς άλλαξε τη μοίρα ενός τόπου και τις ζωές των ανθρώπων του.
Έχετε χαρακτηρίσει «ανεπίκαιρη» τη συζήτηση για τις μετεκλογικές συνεργασίες, ενώ παράλληλα έχετε αποκλείσει συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ σε κυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν δικαιούται όμως ο ψηφοφόρος, πριν φτάσει στην κάλπη, να γνωρίζει ποιες συνεργασίες θεωρεί το ΠΑΣΟΚ πολιτικά αποδεκτές και ποιες όχι;
Το μόνο δεδομένο είναι η στρατηγική απόφαση του ΠΑΣΟΚ για αυτόνομη πολιτική πορεία, η οποία αποτελεί ταυτοτικό χαρακτηριστικό της παράταξής μας. Ζητάμε από τους πολίτες την εμπιστοσύνη τους στο σχέδιό μας για να αλλάξουμε την πορεία της χώρας και θα κριθούμε γι’ αυτό. Δεν μπορούμε προφανώς να συμπράξουμε με εκείνους τους οποίους θέλουμε να ανατρέψουμε, ούτε μπορούν να αποτελέσουν λύση για τη χώρα προσωποπαγείς απόπειρες που υποδύονται το καινούργιο ενώ πρόσφατα έχουν δοκιμαστεί και ηττηθεί επανειλημμένα από τη ΝΔ και τον σημερινό πρωθυπουργό. Το ΠΑΣΟΚ δεν επιδιώκει απλώς αλλαγή διακυβέρνησης. Διεκδικούμε αλλαγή πολιτικής. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις μετεκλογικές συνεργασίες δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συζήτηση για το τι πολιτική χρειάζεται η χώρα. Θα κριθούμε κατά συνέπεια από τους πολίτες για το πρόγραμμά μας, για τις προτάσεις μας και για την ικανότητά μας να δώσουμε απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Και εάν είμαστε ο καταλύτης των εξελίξεων και πετύχουμε την εκλογική ανατροπή, θα διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την κυβερνητική αλλαγή.
Εκπροσωπείτε ήδη τον Βόρειο Τομέα στη Βουλή. Ποια θεωρείτε ότι είναι η σημαντικότερη παρέμβασή σας μέχρι σήμερα για τους πολίτες της περιοχής και ποιο είναι το βασικό ζήτημα που θεωρείτε ότι παραμένει ανοιχτό;
Πολλά από τα ζητήματα που έχω αναδείξει ως βουλευτής έχουν έναν ευρύτερο, υπερτοπικό χαρακτήρα, αλλά αφορούν άμεσα τους ανθρώπους μιας μεγάλης και πληθυσμιακά ετερογενούς εκλογικής περιφέρειας όπως ο Βόρειος Τομέας. Ως υπεύθυνη του ΠΑΣΟΚ για τις τράπεζες, το ιδιωτικό χρέος και την προστασία των δανειοληπτών, έχω αναλάβει κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες για τη μείωση ή την κατάργηση καταχρηστικών τραπεζικών χρεώσεων, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δίκαιη αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους και την ανακοπή των αδικαιολόγητων αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας. Είναι ζητήματα που αγγίζουν άμεσα πολλές οικογένειες και επιχειρήσεις και γι’ αυτό επιμένω σε αυτά. Παράλληλα, μέσα από κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, έχω αναδείξει προβλήματα που αφορούν συγκεκριμένα περιοχές του Βόρειου Τομέα: το κυκλοφοριακό και τις δημόσιες συγκοινωνίες, την επάρκεια προσωπικού στους Δήμους, τη σχολική στέγη, τη στήριξη των πληγέντων και την αποκατάσταση των ζημιών από τις πυρκαγιές στην Πεντέλη το 2024. Για μένα, το ζητούμενο είναι η κοινοβουλευτική παρουσία να μεταφράζεται σε πραγματική πίεση για λύσεις, τόσο στα μεγάλα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες όσο και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι κάτοικοι του Βόρειου Τομέα. Γιατί πολλά από τα προβλήματα της Βόρειας Αθήνας είναι και προβλήματα ολόκληρης της χώρας.








































































































