Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει κείμενα για τα εννέα από τα δεκατρία βραβεία, με τα οποία είχε τιμηθεί στη ζωή του ο κορυφαίος Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ, τρεις ομιλίες του και το κείμενο της παραίτησής του από την Ακαδημία Γλώσσας και Ποίησης στο Ντάρμστατ. Οι βραβεύσεις δίνουν στον συγγραφέα την αφορμή να αμφισβητήσει την έννοια της τιμής στην κοινωνία μας και να εμποτίσει αριστοτεχνικά την απόρριψη των βραβείων με τον χαρακτηριστικό υπαρξισμό του.
Το βιβλίο του αποτυπώνει την αποστροφή του για τους ακαδημαϊκούς επαίνους, τους λογοτεχνικούς θεσμούς και τις τιμές. Παρόλα αυτά τη δεκαετία του ΄60 αποδέχθηκε μια σειρά διακρίσεων , από το Αυστριακό Κρατικό Βραβείο μέχρι το Βραβείο Μπύχνερ, τη σημαντικότερη λογοτεχνική διάκριση του γερμανόφωνου χώρου. Τα παρέλαβε όλα, αν και τα υποτιμούσε. Δεν περιφρονούσε όμως τα χρηματικά έπαθλα, που τον βοηθούσαν να αντιμετωπίζει , έστω και προσωρινά, τις μόνιμες οικονομικές δυσκολίες του.
«…Θα παρελάμβανα τα βραβεία επειδή ήθελα να παραλάβω τα 25.000 σελίνια. Η θεία μου είπε δεν έπρεπε να παραλάβω το βραβείο. Ναι, της είπα, σκέφτομαι να παραλάβω παρόλα αυτά το βραβείο ,να πάρω τα χρήματα επειδή πρέπει κανείς να βουτάει ό,τι μπορεί από το κράτος που διασπαθίζει κάθε χρόνο όχι απλά εκατομμύρια αλλά δισεκατομμύρια χωρίς τον παραμικρό λόγο , ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα κι εγώ δεν ήμουν ηλίθιος. Είχαμε μια ανάξια κυβέρνηση, που έκανε το παν για να προβάλλεται και να γαντζώνεται στην εξουσία, έστω κι αν έτσι το κράτος πήγαινε κατά διαβόλου, από ένα τέτοιο κράτος βεβαίως και θα έπαιρνα τις 25.000. Μικροπρέπεια ή όχι, έλλειψη χαρακτήρα ή όχι, εγώ πάντως θα έπαιρνα το χρήμα…».
Λίγο πριν από κάθε βράβευση ο Μπέρνχαρντ καταλαμβάνεται από αφόρητο άγχος, ιδίως όταν οφείλει να εκφωνήσει και κάποια ομιλία με τις στοιχειώδεις , έστω, ευχαριστίες. Αισθάνεται ανίκανος να προετοιμάσει αυτές τις ομιλίες, καταφέρνει το πολύ πολύ να κρατήσει μερικές σημειώσεις λίγο πριν από την τελετή. Έτσι προέκυψαν τα σχεδόν παραληρηματικά λογύδρια που ο μεγάλος συγγραφέας εκφώνησε όντως σε ακαδημίες και σεβαστά πνευματικά ιδρύματα προκαλώντας ουκ ολίγα σκάνδαλα.
«…Τη στιγμή που διάβασα ότι ο κύριος Βάλτερ Σέελ είχε εκλεγεί μέλος της Ακαδημίας τότε παρατήθηκα στα γρήγορα. Εαν εκλέγεται ο κύριος Σέελ, σκέφτηκα, τότε εγώ μπορώ αμέσως να παραιτηθώ.
Εύχομαι στην Ακαδημία Γλώσσας και Ποίησης , την οποία θεωρώ πραγματικά εντελώς περιττή για τη Γερμανία και ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο και η οποία μάλλον βλάπτει παρά ωφελεί τους ποιητές(αυτούς που είναι όντως!) και τους συγγραφείς (αυτούς που είναι όντως!) , κάθε ευτυχία με τον κύριο Σέελ. Όταν πεθαίνει κάποιο μέλος της Ακαδημίας (Γλώσσας και Ποίησης!) του Ντάρμστατ δημοσιεύει πάντοτε αυτομάτως μια αγγελία θανάτου μέσα σε μαύρο πλαίσιο με ένα πανομοιότυπο πάντα κείμενο(για τη γλώσσα και ποίηση του οποίου μπορεί να διαφωνήσει κανείς).Μπορεί και να προλάβω να το ζήσω πριν πεθάνω, να στείλει η Ακαδημία μια αγγελία θανάτου όχι στη μνήμη κάποιου αξιότιμου μέλους της, αλλά στη δική της…».
Τα σύντομα πεζά αυτού του βιβλίου και οι ομιλίες του Μπέρνχαρντ γίνονται ένα πικρόχολο σχόλιο για την πνευματική ζωή κάθε τόπου.
Μια παράκληση, να διαβαστεί από τους Ηπειρώτες συγγραφείς …..
Πρόκειται για Αριστούργημα.
Ο συγγραφέας
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989) είναι γνωστός κυρίως από τα πεζογραφικά και θεατρικά του έργα. Η αηδίας για την πορεία της ανθρωπότητας οδηγεί τον Μπέρνχαρντ στη δημιουργία μιας «ανθρώπινης κωμωδίας» του καιρού μας, με τραγικά στοιχεία. Δημοσίευσε ωστόσο και επτά ποιητικές συλλογές που διαφωτίζουν και συμπληρώνουν τον σκοτεινό υπαρξισμό του υπόλοιπου έργου του. Με μελαγχολικό και συχνά πεισιθάνατο τρόπο τα ποιήματα ά εικονογραφούν την αδυναμία του ανθρώπου να νικήσει τον πόνο, την αρρώστια , την τρέλα, τη φθορά και, τελικά, το θάνατο.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ







































































































