Με στόχο την ουσιαστική κοινωνική ένταξη των ατόμων με νοητική υστέρηση, ο Σύλλογος Γονέων «Το Πέταγμα» λειτουργεί από το 2002, προσφέροντας σε ενήλικα άτομα την κατάλληλη υποστήριξη ώστε να δρουν, να ζουν και να αναπτύσσονται ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας.
Ρεπορτάζ: Αρετή Κοτσολάκου
Ο Σύλλογος έχει ήδη δημιουργήσει δύο στέγες υποστηριζόμενης διαβίωσης, στο Χαλάνδρι και την Αγία Παρασκευή, ενώ σκοπός του είναι να προχωρήσει στην ίδρυση δύο ακόμα τέτοιων χώρων.
Η ΑΜΑΡΥΣΙΑ βρέθηκε στη στέγη του Χαλανδρίου, όπου συνάντησε την πρόεδρο του Συλλόγου Κυριακή Ιωάννου και τον συντονιστή Βασίλη Καλοπίση και φυσικά τους «ενοίκους» της στέγης, την Έρικα, τη Μαρία, τον Παναγιώτη και τον Βασίλη.
«Καινοτόμος προσπάθεια»
Η προσπάθεια που ξεκίνησαν αρκετό καιρό πριν από το 2002 -όταν ο Σύλλογος ιδρύθηκε και επίσημα-, γονείς ατόμων με νοητική υστέρηση, προκειμένου να προσφέρουν στα παιδιά τους τη δυνατότητα να ζήσουν ως ισότιμα και ενεργά μέλη της κοινότητάς τους και κυρίως τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτόνομα όταν δεν υπάρχουν οι γονείς τους στη ζωή, δεν ήταν εύκολη.
«Η προσπάθεια ξεκίνησε από γονείς που είχαμε την ανησυχία τι θα γίνουν τα παιδιά μας όταν εμείς δεν θα μπορούμε να τα φροντίζουμε, καθώς πρόκειται για άτομα που χρειάζονται στήριξη», εξηγεί η πρόεδρος του Συλλόγου και συμπληρώνει: «Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα, γι’ αυτό και απευθυνθήκαμε στο εξωτερικό. Ήρθαμε σε επαφή με έναν αγγλικό οργανισμό που διεξάγει προγράμματα υποστηριζόμενης διαβίωσης, συνεργαστήκαμε μαζί τους και η αλήθεια είναι μας βοήθησαν πάρα πολύ».
Όπως σημειώνει η ίδια, μέλη του συγκεκριμένου οργανισμού ήρθαν στην Ελλάδα, εκπαίδευσαν κατάλληλα το προσωπικό του Συλλόγου κι έτσι ξεκίνησε αυτή η μακρόχρονη πορεία.
Ενάντια στη λογική ιδρυματοποίησης
Ο Σύλλογος Γονέων για την Υποστηριζόμενη Διαβίωση Ατόμων με Νοητική Υστέρηση «Το Πέταγμα» ιδρύθηκε επίσημα το 2002 και έκτοτε προσφέρει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του. Αντίθετα σε κάθε «λογική ιδρυματοποίησης» σκοπεύει στο να φέρει τους φιλοξενούμενους ακόμα πιο κοντά στην κοινωνία και τη γειτονιά, μέσα από ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης και προσφοράς.
«Ήταν μια πολύ δύσκολη πορεία», επισημαίνει η κ. Ιωάννου, «καθώς τότε δεν υπήρχε καν σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ούτε κάτι ανάλογο. Πηγαίναμε ψάχνοντας και διερευνώντας πώς μπορεί να στηθεί το διοικητικό και το επιστημονικό πλαίσιο». Αντίστοιχα, ο κ. Καλοπίσης σημειώνει ότι «όταν είναι κάτι καινούργιο και δεν υπάρχει προηγούμενο αντίστοιχο μοντέλο γίνονται δύσκολα τα πράγματα», τονίζοντας ότι «παλαιότερα υπήρχαν ιδρύματα – άσυλα, τα οποία δεν παρείχαν -εκ των πραγμάτων- την καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών».
Υπήρχε ανάγκη λοιπόν να εξασφαλιστεί η κατάλληλη στήριξη τόσο σε διοικητικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο. «Στην Ελλάδα διαθέτουμε πολύ καλό προσωπικό, υπάρχουν άνθρωποι άριστα εκπαιδευμένοι, αλλά έπρεπε να προσαρμοστούμε στα ελληνικά δεδομένα», εξηγεί η κ. Ιωάννου. Έτσι, σύμφωνα με την ίδια διάφοροι φορείς που ιδρύθηκαν από γονείς συνεργάστηκαν όλοι μαζί, και κατόπιν συνεργασίας του με το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας «μπορέσαμε τελικά να κάνουμε αίτηση και να λάβουμε άδεια για στέγη».
Στη συνέχεια, ο Σύλλογος λειτούργησε για ένα μεγάλο διάστημα με ίδιους πόρους, ενώ πριν από δύο χρόνια κατάφερε να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του ΕΣΠΑ. Ωστόσο, το εν λόγω κονδύλι λήγει το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και η ανησυχία για το μέλλον του Συλλόγου είναι έκδηλη στα μέλη του. «Μάλιστα, ενώ έχει θεσπιστεί στα χαρτιά ένα ειδικό νοσήλιο για τα άτομα που μένουν στις στέγες, καθώς χρειάζονται διαρκώς τη στήριξη εξειδικευμένου προσωπικού, ακόμα αυτό δεν έχει υλοποιηθεί», επισημαίνει η πρόεδρος.
Παρά όμως τις δυσκολίες, το «Πέταγμα» στοχεύει στη δημιουργία ακόμα δύο στεγών, προσβλέποντας και σε χρηματοδότηση από την κεντρική διοίκηση.
Εξατομικευμένο πρόγραμμα
Τι ακριβώς όμως είναι η Στέγη Υποστηριζόμενης Διαβίωσης; Στην πραγματικότητα είναι το… σπίτι των ατόμων με νοητική υστέρηση που φιλοξενούνται εκεί. Στη στέγη του Χαλανδρίου διαμένουν τέσσερα άτομα, ενώ μόνιμα μένουν μαζί τους δύο άτομα του προσωπικού του Συλλόγου, προκειμένου να τους παρέχουν την κατάλληλη υποστήριξη στην καθημερινότητά τους.
«Τα άτομα που μένουν εδώ κάνουν ότι κάνει ο καθένας μας στο σπίτι του», εξηγεί η κ. Ιωάννου. Στόχος, όπως λέει, είναι αφενός να άτομα αυτά να υποστηρίζονται σε όλες τις λειτουργίες της καθημερινότητάς τους, στις οποίες σταδιακά εκπαιδεύονται και αποκτούν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτονομίας που μπορούν να επιτύχουν, αφετέρου να μπορούν να έχουν μια ζωή προσαρμοσμένη στις δικές τους ανάγκες και ενδιαφέροντα. «Αυτό είναι η καλή ζωή που θέλουμε να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μας», τονίζει η ίδια.
«Αυτή είναι η διαφορά που δημιουργούν οι στέγες υποστηριζόμενης διαβίωσης», επισημαίνει από την πλευρά του ο συντονιστής κ. Καλοπίσης και εξηγεί: «Επειδή στη στέγη ζουν τέσσερα άτομα μαζί με προσωπικό, υπάρχει η δυνατότητα να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, οι οποίες είναι διαφορετικές για τον καθένα. Κάτι που σε ένα ίδρυμα είναι αδύνατο να γίνει».
Ατομικό πλάνο
Μάλιστα, για κάθε άτομο θεσπίζεται ανά εξάμηνο ένα «ατομικό πλάνο». «Κάθε εξάμηνο δημιουργούμε για κάθε άτομο ξεχωριστά ένα πλάνο. Κρίνουμε το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο καθένας, εκτιμάμε τι θα ήταν καλό γι’ αυτόν στο επόμενο διάστημα –σε συνεργασία πάντα με τον ίδιο και τους γονείς του- και ανά εξάμηνο αξιολογείται η πρόοδος των παιδιών και επαναπροσδιορίζονται οι στόχοι», εξηγεί ο συντονιστής του προγράμματος.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «μέσα από αυτό το πρόγραμμα, βλέπουμε πραγματική πρόοδο στην πορεία, καθώς τα παιδιά κατακτούν πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν όταν ήρθαν. Όχι μόνο αναπτύσσουν δεξιότητες και αυτονομία στις πρακτικές της καθημερινότητας, αλλά διαμορφώνουν και τη γενικότερη εικόνα τους: ωριμάζουν ως άνθρωποι, αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και φυσικά αυτονομία -κατά το δυνατόν».