Συνέντευξη: Ξένια Γιαννάκου
Η επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Διημέρευσης – Ημερήσιας Φροντίδας, το οποίο λειτουργεί η Πανελλήνια Ένωση Γονέων & Κηδεμόνων Ατόμων Παιδιών – Νοητικά Υστερούντων (ΠΕΓΚΑΠ-ΝΥ) στην Άνοιξη, Ξένια Καΐρη*, μιλά στην Αμαρυσία για την ανάγκη λήψης πρωτοβουλιών και δημιουργίας συνθηκών που θα εξασφαλίζουν ότι δεν θα χάνονται από το «ραντάρ» της πολιτείας μικρά παιδιά και θα προλαμβάνονται δυσάρεστα περιστατικά.
Με αφορμή το τραγικό τέλος μικρών παιδιών στη χώρα μας (για παράδειγμα η υπόθεση του μικρού Άγγελου στο Ηράκλειο, που έχασε τη ζωή του από κακοποίηση μέσα στο ίδιο του το σπίτι), θεωρείτε ότι στη σημερινή Ελλάδα τα παιδιά -και κυρίως της μικρότερης ηλικίας- είναι «αόρατα» όσον αφορά το ελληνικό κράτος;
Στη σημερινή Ελλάδα, τα παιδιά, και ειδικότερα τα μικρότερα, συχνά είναι «αόρατα» για το κράτος, καθώς η παρακολούθηση και η υποστήριξή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες είναι περιορισμένη, ειδικά στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Από τη γέννηση μέχρι την ηλικία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου τα παιδιά διαμένουν αποκλειστικά συνήθως στο σπίτι με την οικογένεια τους, δεν είναι συνήθως καταγεγραμμένα σε κάποιο κεντρικό σύστημα που να διασφαλίζει τη συνεχιζόμενη παρακολούθησή τους για τυχόν ανάγκες. Οι γονείς δεν είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν ιατρικούς ελέγχους ή να καταθέτουν πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν πάντα σαφή στοιχεία για την κατάσταση του κάθε παιδιού. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, παιδιά σε ανάγκη ή κίνδυνο δεν εντοπίζονται εγκαίρως.
Υπάρχει δίκτυο υπηρεσιών ή δομών ή κάποια πρόβλεψη (προγράμματα, επιχορηγήσεις κλπ.) που θα μπορούσαν να αναλάβουν να εντοπίζουν παιδιά τα οποία διατρέχουν κίνδυνο;
Αν και υπάρχουν κάποια προγράμματα και υπηρεσίες, όπως τα Κέντρα Υγείας, Κοινωνική Υπηρεσία των Δήμων, το πρόγραμμα του «Κέντρου Κοινότητας» κτλ. που προσφέρουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας και υποστήριξης σε οικογένειες, δεν υπάρχει αποτελεσματικό σύστημα για την έγκαιρη παρακολούθηση και την εκτέλεση διαγνωστικών ελέγχων από τη γέννηση του παιδιού και μέχρι την πρώτη σχολική ηλικία. Κυρίως, δεν υπάρχει μια υποχρεωτικότητα από τις υπηρεσίες να αναζητήσουν τα παιδιά και τις οικογένειες που τυχόν έχουν ανάγκες. Αντιθέτως, αναμένουν οι υπηρεσίες από τους άμεσα ενδιαφερομένους/γονείς να «φτάσουν» σε αυτές ώστε να ζητήσουν βοήθεια μέσα από μια δαιδαλώδη πορεία που δεν είναι προκαθορισμένη και ξεκάθαρη.
Επιπλέον, δεν υπάρχει εύχρηστη διασύνδεση μεταξύ των υπηρεσιών και διαδικασίες που εύκολα να μπορεί ο γονέας που βρίσκεται σε ανάγκη ή ο ειδικός (π.χ. ιδιώτης παιδίατρος) να αναζητήσει βοήθεια όταν εντοπίζει μια οικογένεια που δυσκολεύεται με κάποιον τρόπο (π.χ. μη τήρηση ιατρικών ελέγχων/ σημάδια παραμέλησης κτλ.).
Η έλλειψη ενός κεντρικού μητρώου για τα παιδιά πριν από την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης δυσχεραίνει τον εντοπισμό περιπτώσεων κακοποίησης, παραμέλησης ή άλλων κινδύνων. Οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι Αρχές δεν έχουν πάντα άμεση εικόνα για το ποια παιδιά μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο, καθώς δεν υπάρχει υποχρέωση παρακολούθησης ή αναφοράς από τους γονείς ή άλλους φορείς.
Ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να υιοθετηθούν στην Ελλάδα ώστε να μην «χάνεται» ένα παιδί από το «ραντάρ» και να εντοπίζονται ή να προλαμβάνονται δυσάρεστα περιστατικά;
Κάποιες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν περιλαμβάνουν:
– Δημιουργία υποχρεωτικής καταγραφής όλων των παιδιών από τη γέννηση τους σε ένα ψηφιοποιημένο μητρώο, ώστε να υπάρχει κεντρική βάση δεδομένων για την παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών.
– Εισαγωγή υποχρεωτικών ιατρικών ελέγχων σε συγκεκριμένα στάδια της ανάπτυξης του παιδιού (π.χ. κατά τη γέννηση, στο 6ο μήνα, στο 1ο έτος, κ.ο.κ.). Ανάθεση κάθε παιδιού που γεννιέται σε έναν κοινωνικό λειτουργό του δήμου κατοικίας της οικογένειας, έτσι ώστε να είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση/τήρηση των ιατρικών ραντεβού και να υπάρχει ένα πρόσωπο αναφοράς για κάθε οικογένεια.
– Επικοινωνία και ιδανικά προληπτικές επισκέψεις κατ’ οίκον από τον υπεύθυνο κοινωνικό λειτουργό μαζί με άλλες διαθέσιμες ειδικότητες (π.χ. μαία) για κάθε νεογέννητο και μετά από αυτό follow up (μέσω τηλεφώνου ή επίσκεψης) σε τακτά χρονικά διαστήματα/ηλικιακά ορόσημα (π.χ. 6 μηνών/12 μηνών κτλ.) μέχρι το βρέφος να εγγραφεί σε παιδικό σταθμό ή νηπιαγωγείο.
– Πρόσβαση όλων των ειδικών, στο μητρώο για καλύτερη διασύνδεση μεταξύ σχολείων, κοινωνικών υπηρεσιών και υγειονομικών φορέων, και για να εντοπίζονται έγκαιρα περιπτώσεις παιδιών που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο.
– Παροχή υποχρεωτικής «συνταγογραφούμενης» ψυχοκοινωνικής στήριξης και υποστήριξης στις οικογένειες με νεογέννητα (π.χ. 10 ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες για την οικογένεια/μητέρα).
– Δημιουργία κεντρικής γραμμής βοήθειας όπου πολίτες και επαγγελματίες (π.χ. παιδίατροι, εκπαιδευτικοί) μπορούν να αναφέρουν ανησυχίες για παιδιά. Συντονισμός μεταξύ δήμων, κοινωνικών υπηρεσιών και εκπαιδευτικών φορέων ώστε να υπάρχει άμεση ανταπόκριση σε ενδείξεις κινδύνου.
– Εκστρατείες ενημέρωσης για τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης και των διαθέσιμων υπηρεσιών.
– Δωρεάν σεμινάρια για γονείς σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού, την πρόληψη κακοποίησης και τη θετική διαπαιδαγώγηση.
Υπάρχουν μηχανισμοί τέτοιου ελέγχου στις ευρωπαϊκές χώρες και αν ναι ποιοι είναι αυτοί;
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, υπάρχουν συστήματα για την παρακολούθηση και υποστήριξη των παιδιών από τη γέννηση μέχρι την ηλικία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ενδεικτικά παραδείγματα:
– Στη Σκανδιναβία, τα παιδιά καταγράφονται υποχρεωτικά κατά τη γέννηση τους σε μητρώο και υποβάλλονται σε τακτικούς ιατρικούς ελέγχους. Επιπλέον, υπάρχουν κοινωνικοί λειτουργοί που αναλαμβάνουν την παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών, με στόχο να εντοπιστούν εγκαίρως πιθανές ανάγκες ή προβλήματα.
– Στη Γερμανία και τη Γαλλία, οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να προσκομίζουν τα αποτελέσματα των ιατρικών ελέγχων, και οι κοινωνικές υπηρεσίες διασφαλίζουν ότι τα παιδιά παρακολουθούνται συστηματικά για τυχόν κοινωνικά ή αναπτυξιακά προβλήματα.
– Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι «Health Visitors» (ειδικοί νοσηλευτές) επισκέπτονται όλα τα νεογέννητα παιδιά και τις οικογένειές τους, προσφέροντας υποστήριξη και παρακολουθώντας την ανάπτυξή τους.
– Στη Φινλανδία, οι επισκέψεις αυτές είναι υποχρεωτικές για όλα τα βρέφη και λειτουργούν τόσο προληπτικά όσο και ως μέσο εντοπισμού πιθανών προβλημάτων.
Θεωρείτε ότι είναι απαραίτητη και η αντίστοιχη μέριμνα φροντίδας για τους γονείς;
Ναι, είναι απόλυτα απαραίτητη η φροντίδα και υποστήριξη για τους γονείς. Η γέννηση ενός παιδιού, από μόνη της είναι ένα χαρμόσυνο αλλά και ταυτόχρονα στρεσογόνο γεγονός που από όλες τις πλευρές επηρεάζει την σχέση του ζευγαριού και αλλάζει την μορφή της οικογένειας.
Ειδικά δε όταν οι γονείς βρίσκονται ήδη σε δυσκολία, είτε ψυχική, κοινωνική ή οικονομική, είναι δύσκολο να προσφέρουν το κατάλληλο περιβάλλον και υποστήριξη στα παιδιά τους. Όταν δηλαδή συνυπάρχουν προγεννητικά προβλήματα, αναπτυξιακές δυσκολίες στο βρέφος ή προκύπτουν ζητήματα ψυχικής υγείας των γονέων του. Η ενίσχυση των γονέων μέσω προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης, συμβουλευτικής, είναι κρίσιμη για να διασφαλιστεί η ευημερία των παιδιών. Η προληπτική φροντίδα για τους γονείς θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή καταστάσεων αμέλειας ή κακοποίησης των παιδιών και να εξασφαλίσει ότι οι γονείς θα έχουν τα εργαλεία και την υποστήριξη που χρειάζονται για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών τους.
* Η Ξένια Καΐρη είναι σχολικός ψυχολόγος BSc, MA ,MSc Professional Educational Psychology.