Εάν διατρέξουμε την ιστορία της πατρίδας μας από την έναρξη της ανεξαρτησίας (1830) μέχρι σήμερα, θα συνειδητοποιήσουμε τις τεράστιες βελτιώσεις που έχουν συντελεστεί. Tο κράτος μας είναι μία εντελώς διαφορετική χώρα, από αυτή που δημιούργησε ο δεκαετής Αγώνας του 1821.
Και είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε τα θετικά που έχουν πραγματοποιηθεί, διότι η γνώση του παρελθόντος και η συνεπαγόμενη σύγκρισή του με το παρόν μάς προσφέρει αισιοδοξία για το εφικτό μελλοντικών κατακτήσεων και συγχρόνως αποδυναμώνει τις φωνές εκείνων που εκτιμούν ότι η Ελλάδα δεν βελτιώνεται ουσιαστικά.
Γράφει ο Γεώργιος Γενετζάκης, φιλόλογος στο Χαλάνδρι
Παράλληλα, καλλιεργούνται η πεποίθηση και η ελπίδα ότι μπορούμε να κατορθώσουμε ακόμα περισσότερα.
Ωστόσο, χωρίς καμία διάθεση πεσιμισμού, είναι επιβεβλημένο να αναγνωρίσουμε και τις μεγάλες καθυστερήσεις στην ίαση διαφόρων παθογενειών της Ελληνικής πραγματικότητας, συνθήκες που υποβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής μας, καινοφανή προβλήματα που τραυματίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά και τα δικαιολογημένα παράπονα που διατυπώνει σημαντική μερίδα συμπολιτών μας για τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζει -στοιχεία που πληγώνουν και μας διαφοροποιούν αρνητικά από τα υπόλοιπα ανεπτυγμένα κράτη.
Πράγματι, η Ελληνική καθημερινότητα σε ορισμένους τομείς παρουσιάζεται ανησυχητικά προβληματική: θανατηφόρα τροχαία με προφανή αιτία την εγκληματική περιφρόνηση του Κ.Ο.Κ., οπαδική βία κυρίως από νεαρά άτομα, χρήση ναρκωτικών ουσιών από ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας, ενδοοικογενειακές διενέξεις που ενίοτε καταλήγουν σε δολοφονική επίθεση, δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που δυσχεραίνει την εξυπηρέτηση των πολιτών, αδικώντας συγχρόνως τους φιλότιμους υπαλλήλους και την πρόσφατη αποτελεσματικότατη ψηφιοποίηση των κρατικών υπηρεσιών, συχνότατες απεργιακές κινητοποιήσεις που δεν δικαιολογούνται επαρκώς στη συνείδηση της Κοινής Γνώμης, κραυγαλέα αναποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα,
Διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης για τη δυνατότητα επίλυσης σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, αποχή από τις εκλογές σε ποσοστό που αγγίζει το 50%-στη γενέθλια χώρα της Δημοκρατίας!-, έντονη δυσπιστία (75%) για την αξιοπιστία της δικαιοσύνης, οικονομικά σκάνδαλα που λογχίζουν την υγιή συνείδηση, απαξίωση των πολιτικών από ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών, αντιπολιτευτική νοοτροπία που επενδύει στην «αντίρρηση για την αντίρρηση», με συνέπεια την προφανή αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων συχνά και στα πιο απλά πράγματα, γεγονός που επιβραδύνει αλλά και δυσχεραίνει την πραγμάτωση των όποιων προοδευτικών θέσεων της εκάστοτε κυβέρνησης και συγχρόνως δημιουργεί κλίμα πόλωσης στο κοινωνικό γίγνεσθαι τόσο έντονο, ώστε να διαμορφώνεται μία άτυπη εμφυλιοπολεμική κατάσταση με τον διχασμό να αναδεικνύεται σε πυρηνικό χαρακτηριστικό του λαού μας.
Χρειαζόμαστε μία ορατή «Φιλική Εταιρεία»
Και το χειρότερο: συμβιβαζόμαστε με αυτήν την κατάσταση από Μιθριδατισμό, απογοητεύοντας συγχρόνως οικτρά τη νεολαία. Ανήσυχοι προβληματιζόμαστε και διερωτώμαστε πώς είναι δυνατόν να αντιστραφεί αυτή η αρνητική εικόνα της κοινωνίας μας, όταν είναι φανερό ότι ένα μεγάλο τμήμα των πολιτικών ηγετών της χώρας δεν αντιλαμβάνεται σε σημαντικό βαθμό την αναγκαιότητα σύγκλισης.
Έχω την αίσθηση ότι, παράλληλα με τις θεσμικές δημοκρατικές διεργασίες και επικουρικά προς την εκάστοτε κυβέρνηση, χρειαζόμαστε μία ανάλογη αλλά ορατή «Φιλική Εταιρεία», αποτελούμενη από μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, σεβάσμιους ιεράρχες, το διδακτικό προσωπικό των Πανεπιστημίων, δημοσιογράφους, συγγραφείς, ειδικούς επιστήμονες, αλλά και όσους από τους πολιτικούς συμμερίζονται τις παραπάνω θέσεις, για να συστρατευθούν και να οργανώσουν μία ευρεία σύσκεψη (forum), για το πώς η πατρίδα μας θα ξεπεράσει αυτά τα τεράστια προβλήματα με διάθεση αναστοχασμού, για να σμιλευθεί πανελλαδικά η συνείδηση της σοβαρότητας των συγχρόνων αγκυλώσεων. Να δημιουργηθεί μία παρακαταθήκη-δεξαμενή ιδεών, προτάσεων, μακροπρόθεσμων λύσεων τις οποίες οι πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να υπηρετήσουν. Να καλλιεργηθεί η αίσθηση της προσωπικής ευθύνης, του καθήκοντος και της πειθαρχίας. Να κερδίσουμε τη νέα γενιά, εμπνέοντάς την με αισιοδοξία και ελπίδα για το μέλλον.
Ο αείμνηστος Μ. Θεοδωράκης έλεγε σε συνέντευξή του χαρακτηριστικά: «Στη διάρκεια της Χούντας ήταν εμφανής η αναγκαιότητα της αντίστασης, λόγω της υπάρχουσας ανελευθερίας, σήμερα, στο επίπεδο της σύγχρονης καταναλωτικής ευζωίας και του άκρατου υλισμού, η ανάγκη για αντίδραση στο κακό δύσκολα συνειδητοποιείται». Μια ειρηνική «επανάσταση», όσο και αν φαίνεται ουτοπική ως πρόταση, είναι μάλλον αναγκαία.






































































































