Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και Ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
H συνεχιζόµενη και θεσµικά παγιωµένη διχόνοια µεταξύ του Οικουµενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά εκκλησιολογικό ή νοµοκανονικό ζήτηµα.
Έχει εξελιχθεί σε παράγοντα διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας, µε άµεσες επιπτώσεις στη πολιτιστική και θρησκευτική διπλωµατία, στη διαχείριση ταυτοτήτων και στη διαµόρφωση σφαιρών επιρροής στον ευρύτερο διαβαλκανικό και ευρασιατικό χώρο, αλλά και στην σύγχρονη Ωκεανία Όργουελ.
Η Ορθοδοξία, ως υπερεθνικό πνευµατικό και πολιτισµικό σύστηµα µε ιστορική ανθεκτικότητα έναντι της εκκοσµίκευσης και της ιδεολογικής οµογενοποίησης, λειτουργούσε επί αιώνες ως αντίβαρο σε καθολικά ή παγκοσµιοποιητικά πρότυπα εξουσίας. Η σηµερινή της εσωτερική διάσπαση, ωστόσο, αποδυναµώνει αντικειµενικά αυτή τη λειτουργία και την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικές παρεµβάσεις και εργαλειοποίηση.
Σε όρους διεθνών σχέσεων, η πολιτιστική και θρησκευτική διχόνοια παράγει «γεωστρατηγικό κενό ενότητας», το οποίο δύναται να έχει σχεδιαστεί και καλυφθεί από κέντρα εξουσίας, διακρατικούς και υπερεθνικούς δρώντες, µέσω µηχανισµών ήπιας ισχύος (soft power), των υβριδικών επιρροών, της βιοπολιτικής και της γεωπολιτισµικής µηχανικής.
Χωρίς να διατυπώνονται ισχυρισµοί περί αποδεδειγµένης ή συντονισµένης δράσης µυστικών υπηρεσιών ή κλειστών δικτύων επιρροής, είναι αναλυτικά θεµιτό να επισηµανθεί ότι η αποδυνάµωση της Ορθόδοξης συνοχής και πνευµατικοτητας εξυπηρετεί, αντικειµενικά, συµφέροντα τα οποία επιδιώκουν έναν διεθνή πολιτισµικά και θρησκευτικά απονευρωµένο διεθνή πρώην συµπαγή χώρο.
Η ταπείνωση της Ορθοδοξίας σήµερα ίσως δεν συντελείται δια της διώξεως, αλλά δια της εσωτερικής διχόνοιας, σύγχυσης και αποσύνθεσης. Πρόκειται για γνωστή γεωστρατηγική της αποδόµησης των θεσµών, κατά την οποία η σύγκρουση µεταφέρεται στο εσωτερικό του ίδιου του σώµατος, καθιστώντας περιττή κάθε εξωτερική καταστολή.
Το αποτέλεσµα της διχόνοιας είναι η απώλεια της ενιαίας φωνής, σε κρίσιµα παγκόσµια ζητήµατα για το πόλεµο και την ειρήνη, τη βιοπολιτική, τεχνοκρατική διακυβέρνηση, τα µετα-ανθρωπιστικά πρότυπα εξουσίας.
Στο θρησκευτικό επίπεδο, η πατερική γραµµατεία προσφέρει ένα ερµηνευτικό πλαίσιο εξαιρετικά επίκαιρο για την κατανόηση αυτών των διεθνών εξελίξεων. Η επαναλαµβανόµενη πατερική γραµµατεία ως προειδοποίηση ότι η απουσία της αγάπης, της διακρίσεως και της εκκλησιαστικής οικονοµίας, οδηγεί σε φαρισαιϊκή πνευµατική τύφλωση, κι αποκτά σήµερα γεωπολιτική διάσταση.
Η Εκκλησία, όταν χάνει την ενότητά της, καθίσταται ανίκανη να διακρίνει µεταξύ αληθινής ειρήνης και επιβαλλόµενης σταθερότητας.
Υπό αυτή την οπτική, η µεθοδευµένη ανάδυση ενός παγκόσµιου αφηγήµατος «ειρήνης», µε κεντρικό πρόσωπο έναν διεθνώς αποδεκτό ειρηνευτή ή ηγετικό διαµεσολαβητή, δεν µπορεί να ιδωθεί ως ουδέτερη εξέλιξη.
Η Ορθόδοξη γραµµατεία αντιµετωπίζει µε βαθιά επιφύλαξη κάθε ειρήνη που δεν εδράζεται στην αλήθεια της πίστης και την ελευθερία του προσώπου, αλλά επιβάλλεται ως τεχνοκρατική διαχειριστική λύση, σε διεθνείς κρίσεις που έχουν προηγουµένως ενταθεί ή γεωπολιτικά κατασκευαστεί.
Στην πατερική γραµµατεία καί εσχατολογική σκέψη, η ψευδο-ειρήνη συναποτελεί σταθερό µοτίβο πνευµατικής εξαπάτησης: µια κατάσταση όπου η απουσία παραδοσιακού πολέµου, συγχέεται µε τη σωτηρία, και η δήθεν παγκόσµια διακυβέρνηση µε τη λύτρωση.
Υπό αυτή την έννοια, η σηµερινή διχόνοια εντός της Ορθοδοξίας δύναται να λειτουργήσει ως προπαρασκευαστικό έδαφος για την αποδοχή τέτοιων µελλοντικών σχηµάτων, όχι δια της βίας, αλλά δια της κόπωσης, της διχόνοιας, της παρερµηνείας και της σύγχυσης.
Συµπερασµατικά, η σύγκρουση Μόσχας και Φαναρίου δεν αποτελεί περιφερειακή εκκλησιαστική διαφωνία, αλλά ένα κρίσιµο διεθνές κόµβο, όπου τέµνονται θρησκεία, θεολογία, γεωπολιτική και παγκόσµια διακυβέρνηση.
Η υπέρβασή της δεν µπορεί να προκύψει από µία εξωτερική διαµεσολάβηση ισχύος, ούτε από διεθνείς πιέσεις «σταθερότητας», αλλά µόνο από επιστροφή στην πατερική εκκλησιολογία της ενότητας, της οικονοµίας και της αλήθειας της ορθής πίστεως.
Εάν η Ορθοδοξία δεν ανακτήσει τη συνείδηση της ενότητάς της, κινδυνεύει να µετατραπεί από διεθνές ιστορικό υποκείµενο, σε παθητικό αντικείµενο ενός παγκόσµιου αφηγήµατος ειρήνης, το οποίο, κατά την πατερική ερµηνευτική παράδοση, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην µε τη σωτηριολογία ή σωτηρία.
Η ανάδυση ενός παγκόσµιου δήθεν ηγέτη ως ειρηνοποιού, θα φέρει στα πόδια του, ως υποτελείς, πατριάρχες και αρχιεπισκόπους, που θα έχουν διχαστεί µεταξύ τους και θα έχουν χάσει την εν Χριστώ αγάπη. Ο αντί-χριστος πιθανόν να θελήσει να τους πάρει µαζί του ως δήθεν ειρηνευτής, και κάποιοι απ’ αυτούς να τον δοξάσουν συµπαρευρισκόµενοι στην ενθρόνισή του στο νέο ναό Σολοµώντα.
Οι θεωρίες soft power, religious diplomacy και hybrid influence, βρίσκουν εδώ την άµεση εφαρµογή τους. Κάτι που αλλοιώνει των παραδοσιακό ιστό του Ορθοδόξου Γένους και το οδηγεί πνευµατικά δέσµιο, κάτι που προφητικά προσπάθησε να εµποδίσει ήδη από τότε ο Άµισθος Ιωάννης Καποδίστριας και για αυτό δολοφονήθηκε επειδή γνώριζε το τι σχεδίαζαν να γίνει στο µέλλον µε το Ανατολικό Ζήτηµα. Μία υποτέλεια ψυχική και πνευµατική ενώπιον των διεθνών γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών εξελίξεων, που καθιστούν τους Ορθόδοξους λαούς απογοητευµένους και προδοµένους, ενόσω η αγάπη των πολλών ψυγήσεται. Μια διεθνή κατάσταση που θα ευνοεί αντίχριστες δυνάµεις και αντίχριστα όργανα να διαιρούν και να βασιλεύουν, εάν δεν ΑΦΥΠΝΙΣΤΟΥΝ µικροί και µεγάλοι για την ειρήνη των λαών, που γίνονται θύµατα τραπεζιτών και πλουτοκρατών.
Για περισσότερα πρβλ. ενδεικτικά βιβλία του συγγραφέα: Εσχατολογικά (1994), Αρµαγεδδών (1997), Η Αλήθεια των Προφητειών (1998), 7500 έτη από Αδάµ (2001), Εσχατολογικές διαστάσεις παιδαγωγίας Ιώ. Χρυσοστόµου (2007), Ηθική Εσχατολογία Προφητολογία (2010), Κοσµάς Φλαµιάτος και Παπουλάκος (2009), Ευρωπαϊκοί θεσµοί (2024), Βιοπολιτική και Βιοηθική (2025).





































































































