Γράφει ο ∆ημήτριος Γ. Σουλιώτης
Όταν διάβασα τη δήλωση του Ευάγγελου Βενιζέλου ότι η χώρα είναι µη διακυβερνήσιµη, ανέτρεξα στα λεξικά (Ακαδηµίας Αθηνών και Μπαµπινιώτη) για να βρω τη σηµασία της λέξης – έννοιας.
∆ιαπίστωσα ότι ενώ υπάρχει η λέξη διακυβέρνηση, τόσο το επίθετο διακυβερνήσιµος-η-ο, όσο και το ουσιαστικό διακυβερνησιµότητα δεν αναφέρονται.
Επειδή όµως στα λεξικά υπάρχουν σχετικές λέξεις – έννοιες, όπως κατοικήσιµος (µπορεί να κατοικηθεί), αναγνωρίσιµος (µπορεί να αναγνωριστεί), απασχολήσιµος, χειραγωγήσιµος, κ.τ.λ. είναι προφανές ότι η πρόταξη του αρνητικού µορίου µη αντιστρέφει τη σηµασία τους (δεν µπορεί να κατοικηθεί, να αναγνωριστεί, να απασχοληθεί, να χειραγωγηθεί). Κατ’ αναλογία η µη διακυβερνήσιµη χώρα είναι µια χώρα που δεν µπορεί να διακυβερνηθεί.
Τι εννοεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος – µακράν ο ευφυέστερος Έλληνας πολιτικός – µε τη µη διακυβερνησιµότητα της χώρας; Αντιγράφω από σχετικές δηλώσεις του: «Όταν λέµε ότι η χώρα είναι µη διακυβερνήσιµη, δεν εννοούµε πως δεν έχει ή δεν µπορεί να αποκτήσει νόµιµη κυβέρνηση.
Η χώρα είναι µη διακυβερνήσιµη, γιατί το πολιτικό σύστηµα, η κοινωνία των πολιτών, οι παραγωγικές δυνάµεις, οι διανοούµενοι αδυνατούν να οργανώσουν έναν εθνικό διάλογο που θα οδηγήσει σε επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής και σε ανασύσταση του κοινωνικού συµβολαίου, που διερράγη την περίοδο της κρίσης και δεν ανανεώθηκε µετά τη λεγόµενη επιστροφή στην κανονικότητα. ∆εν µπορεί να θεωρηθεί συνεκτική και συµπεριληπτική µια κοινωνία όταν, κατά τη Eurostat, η υποκειµενική φτώχεια εκτινάσσεται στην Ελλάδα στο 67% και όταν κυριαρχεί η αίσθηση της ανισότητας και της διαφθοράς».
Και βέβαια η επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής, η ανασύσταση του κοινωνικού συµβολαίου, η διαµόρφωση συνεκτικής και συµπεριληπτικής κοινωνίας, η καταπολέµηση των ανισοτήτων και της διαφθοράς δεν µπορεί σε καµιά περίπτωση να οργανωθεί και να εφαρµοστεί από ένα και µόνο Κόµµα εξουσίας και µια µονοκοµµατική κυβέρνηση, όπως η τωρινή, που εκπροσωπεί ένα µικρό ποσοστό του εκλογικού σώµατος… Για το λόγο αυτό ο Βενιζέλος προτείνει ως λύση – µονόδροµο τις συµµαχικές κυβερνήσεις, «για λόγους διαφάνειας, για λόγους δηµοκρατικής αισθητικής, για λόγους συµµετοχής και συναντίληψης, για λόγους νοµιµοποίησης και γιατί η χώρα δεν µπορεί να πορεύεται συγκρουσιακά».
Επιπλέον υποστηρίζει ότι «µπορεί ως χώρα να είµαστε µαθηµένοι σε ένα κοινοβουλευτικό σύστηµα πλειοψηφικού χαρακτήρα, κάτι που υποστηρίχτηκε διαχρονικά από τα εκλογικά συστήµατα, όµως την πιο δύσκολη περίοδο στην Ελλάδα, αυτήν της κρίσης, είχαµε κυβερνήσεις συνεργασίας».
Από τη δική µας οπτική γωνία η χώρα είναι µη διακυβερνήσιµη, γιατί βουλιάζει συνεχώς στην παρακµή. Και τούτο διότι η κυβέρνηση και η Ν∆ ως Κόµµα εξουσίας δεν κατάφερε να απεξαρτηθεί από τους «Φραπέδες», τους «Χασάπηδες», τους «Μαγειρίες»… Οι άνθρωποι αυτοί ελέγχουν τις γέφυρες της συναλλαγής σε διάφορους τοµείς και φηµίζονται για τη χρησιµότητά τους, ως πελατειακοί ιµάντες στο κόµµα, στους βουλευτές, στους υπουργούς.
Στην πραγµατικότητα είναι οι αρµοί ενός πολύ άρρωστου συστήµατος, που συχνά καθορίζει τους κανόνες σε ότι αφορά επιδοτήσεις, διορισµούς και προµήθειες. Χωρίς αυτούς η Ν∆ δεν µπορεί να κατακτήσει και να διατηρήσει την εξουσία (βλ. το «γαλάζιο» της Κρήτης στον εκλογικό χάρτη). Εκτός όµως αυτών των «κοµάντο» του γαλάζιου κοµµατικού στρατού, υπάρχουν και άλλες επίλεκτες οµάδες του, οι οποίες ευρίσκονται εντός των θεσµών, εντός της ∆ικαιοσύνης, των Σωµάτων Ασφαλείας, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΜΜΕ κ.τ.λ. οι οποίες όταν προκύψει η «στραβή» θα κινητοποιηθούν και θα σπεύσουν αστραπιαία (µόνο τότε) να βοηθήσουν τη δική τους κυβέρνηση, µε θεµιτά και κυρίως µε αθέµιτα µέσα για να τη «βγάλει καθαρή»…
Είναι ακριβώς αυτές οι επίλεκτες µονάδες του γαλάζιου κοµµατικού στρατού, που κινητοποιήθηκαν στα σκάνδαλα Novartis, Υποκλοπών, ΟΠΕΚΕΠΕ, στην τραγωδία των Τεµπών, στο ναυάγιο της Πύλου, κ.τ.λ. Υπάρχει όµως και ένας τρίτος πυλώνας που εξασφαλίζει την τυπική νοµιµοποίηση και τη µακρόχρονη παραµονή της Κυβέρνησης του Κυρ. Μητσοτάκη στους θώκους της εξουσίας. Και αυτός είναι ένα «µπετόν αρµέ» ποσοστό (περίπου 12 – 15% του εκλογικού σώµατος), κυρίως ηλικιωµένων-φοβισµένων ψηφοφόρων, που παρά τα φαινόµενα παρακµής της επταετούς διακυβέρνησης, εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την Κυβέρνηση.
Τελικά πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο απεγνωσµένης διατήρησης της εξουσίας µε τη βοήθεια του συγκεκριµένου κυκλώµατος και παρατεινόµενης παρακµής και όπως υποστηρίζει ο Βενιζέλος µόνο µε κυβερνήσεις συνεργασίας µπορεί να σπάσει…
Ο Στέλιος Ράµφος είναι από τους σηµαντικότερους εν ζωή έλληνες φιλοσόφους. Όταν είχε εκλεγεί στην ηγεσία της Ν∆ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πιστεύοντας ότι η πολιτική του διαπνέεται από τις ιδέες της νεωτερικότητας και του δυτικού εκσυγχρονισµού, τον είχε στηρίξει µε άρθρα του και συνεντεύξεις, καταφερόµενος ταυτόχρονα κατά του προ-νεωτερικού ΣΥΡΙΖΑ (στο ίδιο λάθος είχα υποπέσει κι εγώ). Ο Ράµφος µάλιστα είχε µιλήσει και στο συνέδριο της Ν∆ το 2017. Του είχα επισηµάνει τότε ότι είχε κάνει λάθος που δέχτηκε να µιλήσει στο συνέδριο, γιατί το ακροατήριο στο οποίο απευθύνθηκε ήταν ο γαλάζιος κοµµατικός στρατός, που το µόνο που τον ενδιέφερε ήταν η κατάληψη της εξουσίας και όχι οι θεωρητικές αναλύσεις του…
Τα χρόνια πέρασαν και τρεις ηµέρες πριν την Πρωτοχρονιά του 2026 σε ερώτηση της Καθηµερινής για τη λέξη της χρονιάς ο Ράµφος απάντησε ως εξής: «Η λέξη της χρονιάς είναι «κουκούλλωµα». Με δύο λάµδα µάλιστα, ώστε να µην ξεφύγει τίποτε από τα Τέµπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και όσα άλλα διακοσµούν πεπραγµένα ή παραλειπόµενα της κυβερνήσεως Κυριάκου Μητσοτάκη… Κρύβουµε και κρυβόµαστε από φόβο να µη φανερωθεί τι πράττοµε και ποιοι είµαστε.
Με τη σειρά του ο φόβος συγκαλύπτει αρνητική σχέση µε τη ζωή και τον εαυτό µας, κάτι το οποίο µας στενεύει εσωτερικά γεµίζοντάς µας απληστία, τσιγκουνιά και δυστυχία. Ο φοβικός αναζητεί υποκατάστατα υλικών εξαρτήσεων που κινούν τα νήµατα της ψυχής σαν µαριονέτας και τον βυθίζουν µέσα του ανειρήνευτα. Χωνόµαστε στο προσωπείο µας για να µας υποφέρουµε και οι ίδιοι, ζητούµε ψήφο εµπιστοσύνης στην µεταµφίεση και τη δηλώνουµε ως ταυτότητα».
Αυτοί οι µεταµφιεσµένοι φοβικοί που αναζητούν υποκατάστατα υλικών εξαρτήσεων και δεν µπορούν να ειρηνεύσουν, όπως µας λέει ο Ράµφος, δεν είναι µόνο οι εξουσιαστές της κυβέρνησης, αλλά και οι ψηφοφόροι που τη στηρίζουν… Και ο Ράµφος καταλήγει: «Λατρεύοντας και τρέµοντας την «αλήθεια» µας ζητούµε προστασία στο κουκούλωµα, καταφύγιο στο χαµηλό και το ευτελές. Ισχύς µας είναι η ασφάλεια της εξουσίας των πραγµάτων… Το δράµα χωρίς κάθαρση αφήνει την κοινωνία να σαπίζει στην συµπερίληψη των φαντασιώσεων και ο ταυροµάχος αρειµάνια προχωρεί µε το τικ-τοκ (µεγάλη χρήση από τον πρωθυπουργό) παραµάσχαλα της δικής του «αλήθειας».
Τελικά όπως µας λένε µε τη δική τους ξεχωριστή ανάλυση και τον εξαιρετικό λόγο τους ο Βενιζέλος και ο Ράµφος η χώρα είναι µη διακυβερνήσιµη. Και πως θα µπορούσε να διακυβερνηθεί σωστά µια χώρα της οποίας η κυβέρνηση στηρίζεται για την επιβίωσή της στον ανθρωπότυπο ΟΠΕΚΕΠΕ, στον κοµµατικό στρατό της και σε φοβισµένους ηλικιωµένους ψηφοφόρους;







































































































