ΕΠΕΑΠΤΕΡΟΕΝΤΑ
Γράφει ο Άγγελος Πολύδωρος
Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο πάνω στο πεζοδρόμιό μας που έχει κλίση ως ράμπα, επειδή υπάρχει είσοδος-έξοδος υπαίθριου γκαράζ με συρόμενη πόρτα με οριζόντια κάγκελα. Ο ή η οδηγός του παρκαρισμένου αυτοκινήτου είχε βολευτεί που το πεζοδρόμιο δεν έχει ρείθρο και έτσι δεν θα ταλαιπωρούσε τα λάστιχα του οχήματος. Το θέμα μου ήταν ότι εγώ ήθελα να βγάλω το δικό μου αυτοκίνητο από το γκαράζ και έπρεπε να τον ή την περιμένω να πάρει το τελείως παράλογα και παράνομα παρκαρισμένο.
Μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε η οδηγός και χωρίς να μου δώσει σημασία κάθισε στη θέση της οδηγού. Εγώ που κάθομαι από τη μέσα μεριά της συρόμενης καγκελόπορτας -και ύψους ενός μέτρου- του γκαράζ μας τολμάω να ξεροβήξω λίγο επιδεικτικά ομολογουμένως. Η κυρία στρέφεται προς το μέρος μου.
«Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμη;» Με ρωτάει αδιάφορα.
«Θα φαινόσασταν χρήσιμη εάν μου επιτρέπατε να βγω από το γκαράζ μου όποτε θέλω και όχι περιμένοντας εσάς να πάρετε το αυτοκίνητό σας».
«Είναι γκαράζ αυτοκινήτου εκεί που κάθεστε;»
«Μα καλά, έχετε σχεδόν κολλήσει το αυτοκίνητό σας στη συρόμενη πόρτα του γκαράζ! Δεν προσέξατε ούτε την κλίση του πεζοδρομίου; Δεν βλέπετε ότι υπάρχει ράμπα και πίσω μου τρία αυτοκίνητα;»
«Δεν είχα υποχρέωση, μη σας πω ούτε καν δικαίωμα, να ρίχνω αδιάκριτα βλέμματα στο εσωτερικό ξένων κήπων».
«Μα τι λέτε κυρία μου. Ποιο εσωτερικό; Όλα είναι υπαίθρια εδώ. Δεν καταλάβατε ούτε ότι αυτή εδώ είναι συρόμενη πόρτα γκαράζ, ώστε να μην παρκάρετε ακριβώς μπροστά της;»
«Σας παρακαλώ κύριε. Εγώ σας μιλάω ευγενικά και εσείς μου επιτίθεστε. Εγώ βλέπω μάντρα και δεν είδα τα ροδάκια για να τη θεωρήσω συρόμενη πόρτα».
«Δηλαδή, ήρθατε εδώ χθες τη νύχτα και χωρίς φώτα ανεβήκατε στο πεζοδρόμιο;»
«Συνεχίζετε να είστε εριστικός, βλέπω».
«Όχι αλλά διαπιστώνω ότι εσείς συνεχίζετε να παριστάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε».
«Με αποκαλείτε και ηλίθια τώρα;»
«Δεν είπα αυτό. Όμως τι πιστεύετε; Ότι δώσαμε κλίση στο πεζοδρόμιο και το στρώσαμε με αντιολισθητικές πλάκες για να παρκάρετε εσείς οι περαστικοί; Δεν φαίνονται πίσω μου τρία ολόκληρα αυτοκίνητα; Πού σταματάει το βλέμμα του οδηγού που διαθέτετε κυρία μου; Στις ρόδες του αυτοκινήτου σας και στο πού πατάνε; Δεν βλέπει πιο πέρα;»
«Εξυπνάδες… Με υποτιμάτε συνεχώς και με καθυστερείτε επίσης. Κακώς ασχολούμαι μαζί σας», είπε και βάζοντας μπροστά, ξεκίνησε χωρίς να βγάλει ούτε φλας, αναγκάζοντας τον οδηγό πίσω της να φρενάρει απότομα για να μη τη χτυπήσει και να μου φωνάξει: «Μαζέψτε την κύριέ μου, αυτή είναι κινούμενη δολοφόνος».
«Δεν είναι δικιά μου», του φώναξα με αγανάκτηση. Έπρεπε κι εγώ να εκτονωθώ κάπου.




































































































