Πολλούς αιώνες πάλευα μέσ’ στο λαβύρινθό μου
να φύγω απ’ τον Μινώταυρο…
Κι εγώ ήμουν ο Μινώταυρός μου.
Ώσπου μια μέρα ήλθε και σ’ εμένα
τον ανάξιο Ίκαρο, ο Δαίδαλός μου
Σαν άλλος στοργικός πατέρας, κρατώντας τα φτερά μου.
Μου είπε: «Πρόσεξε!», κι εγώ κρεμόμουν απ’ τα χείλη του
Αδημονώντας να ξεγελάσω τη βαρύτητα αυτού του κόσμου.
«Πρόσεξε», μου είπε αυστηρά, «να μη γυρίσεις πίσω,
Γιατί πολλοί είναι οι Λωτ που τις συζύγους τους θρηνήσαν».
Όσοι πενθούν νοσταλγικά τη γη που κάποτε πατούσαν
Σαν στήλη άλατος χάνονται σ’ απύθμενο ωκεανό.
Και δεν είναι άλλη η μοίρα τους όταν χαθεί το φως τους
Παρά να κάνουν την άβυσσο λίγο πιο αλμυρή.
Κι εγώ τον άκουσα προσεκτικά, ώσπου μου είπε: «Πέτα!»
Κι εγώ του ζήτησα να μου κρατά το χέρι.
Τότε μαζί αφήσαμε τα βάρη μιας ζωής χαμένης
Και πορευθήκαμε στο Φως.
Αυτή είναι η ιστορία κάθε ανθρώπου που τόλμησε να πετάξει.
Που η γη αυτή δεν τον χωρά
και που η ιστορία του δεν τελειώνει με Πέλαγος Ικάριο,
Αλλά Μακάριο, πέλαγος Αιωνίου Λυτρωμού.
Γιατί ο Ήλιος , που εγώ ποθώ, δεν λιώνει τα φτερά!
Αντώνιος Στ. Τσιώνας
Πτυχιούχος Θεολογίας
Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής







































































































