Γράφει η δρ Στέλλα Μουζακιώτου *
Ιστορικός Τέχνης Ε.Κ.Π.Α.
Μεταδιδακτορικό:
«Τέχνη & Τεχνολογία» ΠΑ.Δ.Α.
Επιμελήτρια Εκθέσεων
O Ισπανός ζωγράφος Φρανθίσκο Γκόγια (1746 – 1828) είναι γοητευμένος από τον τύπο της Μάγια, της γυναίκας που αντιπροσωπεύει την ενσάρκωση της ειλικρίνειας, της ευθύτητας και της αποφασιστικότητας.
Μια γυναίκα καθόλου υποτακτική ή σεμνότυφη, που δέχεται τον ερωτισμό που αποπνέει το σώμα της χωρίς ενοχές ή συστολή. Η «Μάχα» -maja στα ισπανικά- ήταν η εμφανίσιμη και κατά κάποιο τρόπο προκλητική γυναίκα που συχνά καθόταν στο μπαλκόνι με σκοπό να προσελκύει τα ανδρικά βλέμματα.
Εμφανίζεται πάντα λαμπερή, ερωτική και διαθέσιμη. Το στιλ των ενδυμάτων που φορά είναι τυπικό: ψηλά η μέση, στενό μπούστο και τονισμένο ντεκολτέ. Η κλασική μαντίλα, φτιαγμένη από λεπτό ύφασμα ρελιασμένο με κορδέλα, καλύπτει τα μαλλιά της και αγγίζει με κομψότητα τους ώμους της.
Ο συγκεκριμένος τύπος γυναίκας περιγράφεται με ιδιαίτερη ζωντάνια από τον τότε Γάλλο πρεσβευτή Jean-François Bourgoing, ως εξής: «Η γλώσσα, η στάση, το βάδισμα, όλα έχουν σ’ αυτή (τη maja) μια αίγλη, μια αύρα, που δηλώνει έλλειψη σεμνότητας και επιτρεπτικότητα».
Πρόκειται λοιπόν, για μια ξέθαρρη γυναίκα που δεν είναι συνεσταλμένη και ντροπαλή, όπως συνέβαινε τα παλαιότερα χρόνια. «Ωστόσο (συνεχίζει ο πρεσβευτής), αν δεν έχεις υπερβολικούς ενδοιασμούς ως προς τα μέσα που θα διήγειραν τον αισθησιασμό και την ηδονικότητα, μπορείς να βρεις σ’ αυτές τις γυναίκες τις πιο γοητευτικές, τις πιο σαγηνευτικές ιέρειες που υπηρέτησαν ποτέ το βωμό της Αφροδίτης».

Εμπνευσμένος από αυτόν τον τύπο γυναίκας, ο Γκόγια δημιουργεί τη «Γυμνή Μάγια», που φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1800 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γυμνά στην ιστορία της ισπανικής τέχνης (εικ. 1).
Απεικονίζει μία αισθησιακή γυμνή γυναίκα, που σε αντίθεση με ανάλογους παλαιότερους πίνακες, όπου ακολουθείται συνήθως η «αιδήμονα» στάση, δεν επιχειρεί να καλύψει τα επίμαχα σημεία του σώματός της.
Ο πίνακας αποτελεί μία από τις διασημότερες εικόνες της γυναικείας ομορφιάς. Η κοπέλα είναι ξαπλωμένη πάνω στο ντιβάνι από πράσινο βελούδο με μεταξωτά μαξιλάρια και ένα κεντημένο σεντόνι, σχηματίζοντας μία διαγώνιο. Η πρωταγωνίστρια εκτίθεται χωρίς αιδώ. Με τα χέρια ανασηκωμένα πίσω από το κεφάλι κοιτάζει άμεσα τον θεατή και για να υπογραμμιστεί η απουσία οποιασδήποτε αλληγορικής πρόθεσης του ζωγράφου δεν κρύβει τα γενετήσια χαρακτηριστικά της, που μέχρι τότε απουσίαζαν από τους ζωγραφικούς πίνακες. Το φως «αγκαλιάζει» το σώμα της, δημιουργεί κοιλότητες σκιάς, διακλαδίζεται και γίνεται διάφανο.

Το συγκεκριμένο έργο του Γκόγια πραγματοποιήθηκε ύστερα από παραγγελία του Μάνουελ Γκοντόυ (εικ. 2), ο οποίος ήταν ευνοούμενος, πιθανότατα δε και εραστής της βασίλισσας Μαρίας – Λουίσας, συζύγου του βασιλιά Καρόλου της Ισπανίας.
Αν και ήταν ευγενής χαμηλής βαθμίδας, ωστόσο κατάφερε να γίνει πρωθυπουργός – του απονεμήθηκε μάλιστα και ο τίτλος του πρίγκιπα, προκαλώντας μεγάλο σκάνδαλο στην εποχή του. Μόνο κάποιος με ανάλογη εξουσία θα μπορούσε να παραγγείλει ένα τόσο προκλητικό θέμα, με δεδομένο πως το γυναικείο γυμνό ήταν απαγορευμένο στην Ισπανία εκείνη την εποχή.

Μετά από λίγο καιρό, ο ζωγράφος φιλοτέχνησε επίσης ένα πανομοιότυπο έργο με την ίδια πρωταγωνίστρια η οποία απεικονίζεται ντυμένη (εικ .3), και έχει τον τίτλο «Η Ντυμένη Μάγια».
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ο Γκοντόυ παράγγειλε τη ντυμένη λίγο μετά τη γυμνή, έτσι ώστε έχοντας τοποθετήσει τα έργα σε ειδική κατασκευή, να εμφανίζει στους καλεσμένους του έναν από τους δύο πίνακες ανάλογα με το «μέγεθος» της ηθικής τους!
Στη «Γυμνή Μάγια», επίκεντρο του πίνακα δεν είναι το γυμνό σώμα αλλά το βλέμμα της εικονιζόμενης γυναίκας που ρητά δηλώνει ότι αντιλαμβάνεται το βλέμμα του θεατή. Όπου κι αν βρεθείς έρχεται το βλέμμα της, σε συναντά και σου λέει: «Τώρα με κοιτάζεις και είμαι σίγουρη ότι με ποθείς ή με θαυμάζεις!».
Έτσι, ενεργοποιείται μια εμπλοκή των βλεμμάτων, αποτελώντας από τα πιο δυναμικά σημεία του έργου. Αντίθετα, στη «Ντυμένη Μάγια» το βλέμμα είναι πιο ουδέτερο, σαν να απορροφάται από κάτι άλλο, να διαχέεται, να αδιαφορεί. Δεύτερο βασικό στοιχείο του πίνακα αποτελεί το ότι στη στάση της γυναίκας λείπει κάθε ενδοιασμός, κάθε αναστολή ως προς την αποδοχή της ομορφιάς, της σαγήνης και της σεξουαλικότητας.
Στην περίπτωσή μας είναι σαφές ποιος μύθος στέκει πίσω από τη «Μάγια» και τους συναφείς πίνακες. Είναι ο μύθος του διχασμένου θηλυκού, αυτός που θέλει το σεβάσμιο να είναι σεβάσμιο αλλά όχι ερωτικά ελκυστικό. Σεβασμός κι αισθησιασμός πηγαίνουν άραγε μαζί;
Αυτή είναι μια μυθοπλασία που διατρέχει την κοινωνική ζωή των ανθρώπων της συγκεκριμένης εποχής.
Τελικά, οι πίνακες κατασχέθηκαν από την Ιερά Εξέταση το 1815 και ο Γκόγια αναγκάστηκε να απολογηθεί για το «άσεμνο» περιεχόμενό τους. Σήμερα όμως, μπορεί να θαυμάσει κανείς αυτά τα εκπληκτικά έργα στο Μουσείο Πράδο, στην Ισπανία.
* stellamouzak@yahoo.gr






































































































