Στα μετακατοχικά χρόνια, όταν περίπου έφηβος επιχείρησα να γράφω τα πρώτα πεζά μου κείμενα και τα ποιήματά μου, κατέβηκα στην Αθήνα για να επισκεφτώ τον θεατρικό συγγραφέα, ποιητή και κριτικό Δημήτρη Γιαννουκάκη, που εργαζόταν στα γραφεία της εφημερίδας «Βραδυνή». Η εφημερίδα στεγαζόταν τότε σ’ ένα παλαιό κτίριο της οδού Πειραιώς!
Ήταν χειμώνας κι έκανε ένα τσουχτερό κρύο. Το γραφείο του ήταν σ’ ένα στενό δωμάτιο, μάλλον κουζίνα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ανέβηκα από μια σιδερένια εξωτερική σκάλα, μάλλον ήταν της υπηρεσίας. Το τραπέζι, σιδερένιο καφενείου, μάλλον ήταν φορτωμένο από έντυπα και βιβλία. Ο διανοούμενος καθόταν σε μια ψάθινη καρέκλα και σκυμμένος έγραφε. Όλα έδειχναν ότι η εφημερίδα άλλαζε χώρο εγκατάστασης σε άλλο κτίριο.
Με συστολή χτύπησα την ανοιχτή πόρτα και περίμενα χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του,
– Πέρασε μέσα, μου είπε, και κάθισε.
Έπειτα από λίγο άφησε την πέννα, που έγραφε με μελάνι, ύψωσε το κεφάλι του και μου είπε χαμογελαστά.
– Ποιος άνεμος σε στέλνει κατά δώθε παιδί μου; Είναι επίκαιρο αυτό που θέλεις να δω; Είναι μια καμπάνια, τι είναι;
– Είναι ένα ποίημα επίκαιρο, είπα, για το παιδομάζωμα, που γίνεται στη Βόρεια Ήπειρο.
– Και σένα τι σε κίνησε να το γράψεις; Από εκεί είσαι;
– Όχι, του είπα, αλλά φοβάμαι μήπως επεκταθεί και προς τα εδώ το παιδομάζωμα. Και τότε είδα ένα ελαφρύ σούφρωμα στα χείλη του.
– Για διάβασέ μου, μου είπε, τους πρώτους σου στίχους. Άρχισα να διαβάζω:
(1) Μέσα στη γη την ακριβή
άλλη μεγάλη συμφορά
άνοιξε φοβερή πληγή,
μαζεύουν νήπια παιδιά.
(2) Τα τρέχουν πάνω στα βουνά,
άγνωστο πήραν δρόμο,
μόνα, χωρίς την αγκαλιά
της μάνας, έχουν τρόμο.
(3) Τα πρόσωπά τους πελιδνά,
το σπίτι νοσταλγούνε,
κρυώνουν θέλουν στη γωνιά,
πολύ να ζεσταθούνε.
– Καλά, μου είπε, επειδή δεν έχω όσο χρόνο θέλω, άφησέ μου το και θα το δημοσιεύσω στη στήλη των αναγνωστών. Ωστόσο συ συνέχισε να γράφεις και να έχουμε μια επικοινωνία.
Τότε, έγραφα επηρεασμένος από την ανάγνωση των «Αθλίων» του Βίκτωρος Ουγκό στο περιοδικό «Ελληνόπουλο». Εμπνεύστηκα τις υποθέσεις των μυθιστορημάτων μου, «Δάφνη» και «Το δάσος του μυστηρίου».
Για μένα «Το δάσος του μυστηρίου» ήταν ο γνωστός χώρος στη γειτονιά μου, το δάσος του Συγγρού που περιέβαλε το Μαρούσι ανατολικά, βόρεια και δυτικά, σαν ένα τεράστιο φρύδι. Το δάσος αυτό στα παιδικά μου χρόνια, αλλά ακόμη και σήμερα, μου προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί σ’ αυτό έζησα και πέρασα κοντά του τα χρόνια της ζωής μου. Με εντυπωσίαζε να ακούω για μια βασίλισσα που έζησε μέσα σ’ αυτό και έβγαινε τα πρωινά με την άμαξά της, που την έσερναν ελάφια, άκουγα για τον Αράπη, που έμενε στο ασβεστοκάμινο κι ενθουσιαζόμουν. Όταν λίγο μεγαλύτερος πήγαινα στη Μαγκουφάνα, που είχε στήσει το σπουδαστήριό του ο έξοχος εκείνος φιλόλογος πολυμαθής Γιάννης Κεντρωτάς, άκουγα για το στοιχειωμένο πηγάδι μέσα στο δάσος του Μορέλα, όταν σουρούπωνε, πήγαινα με τους συμμαθητές μου, φωνάζαμε και τραγουδούσαμε, πιστεύαμε ότι θα το κάνουμε να βγει, αλλά περισσότερο θέλαμε να νικήσουμε το φόβο μας και να πάρουμε θάρρος.
Το ατελείωτο θρόισμα των φυλλωμάτων των δέντρων, των πεύκων, της λεύκας, της ελιάς, της μουριάς, του ευκάλυπτου και των κυπαρισσιών στη φαντασία μου, όταν φυσούσε έμοιαζαν με μια ασημοπράσινη θάλασσα με ήχους ορχήστρας βαγκνερικού τύπου. Έλεγα, κάπου τώρα θα φανούν οι Βαλκυρίες. Ώρα είναι να παρουσιαστούν οι νάνοι του Νιμπελούγκεν. Νεανικά όνειρα! Το θεωρούσα μεγάλο μυστήριο το δάσος.
Έζησα μέσα στις ανεμώνες και τις αγριοβιολέτες, τους ηλιανθούς, τις μαργαρίτες και τους μενεξέδες. Τα αρώματά τους μέχρι τώρα κυριαρχούν στην όσφρησή μου. Τα πρώτα ιδώματά μου ήταν τα πέταλα των ηλιανθών, που ήρθαν και σκόρπισαν πάνω στην κούνια μου τα ξαδέρφια μου, όταν γεννήθηκα. Το σπίτι που γεννήθηκα βρισκόταν και βρίσκεται ακόμη ένα δωμάτιο από αυτό στην Αγγειοπλαστική και Κεραμική Έκθεση Αμαρουσίου. Από το ταβάνι του είδα τις νύχτες τα αστέρια να ουρανοδρομούν και εκείνα που πέφτουν να αφήνουν μια φωτεινή γραμμή. Τα πρώτα ακούσματά μου ήταν τα αηδόνια στα βάτα και η νεροσυρμή από το αρτεσιανό πηγάδι του θείου μου του Κώστα στον Αναβρυτά, που έτρεχε ορμητικά ανάμεσα στις χορταστικά κατάφορτες ροδιές, με ρόδια σαν καρύδες.
Οι πρωινοί μου επισκέπτες στο κρεβάτι μου και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, που κοιμόμασταν κάτω απ’ τις ελιές ήταν τα προβατάκια και τα κατσικάκια, που ξέφευγαν από τη μάνα τους -εκείνες τα αναζητούσαν, βελάζοντας, και το πλήθος των πετεινών, που αχάραγα ακόμη δε με άφηνε να χορτάσω τον ύπνο μου. Ανάσανα κοντά στο δάσος με το πρωινό αγέρι πεύκων, θυμάρι, θρούμπι και ρίγανη.
Φοίτησα στο 2ο Δημοτικό Σχολείο, στο Αυγό, της Λεωφόρου Κηφισιάς. Είχα μια δασκάλα αδύνατη, ψηλή, αυταρχική -κατά βάθος καλή- ντυμένη πάντα με σκούρα στρατιωτικού τύπου ταγιέρ, ξανθή αλλά τα δυο της μάτια είχαν διαφορετικό χρώμα το ένα από το άλλο. Εκείνη μου έμαθε τα πρώτα γράμματα, ν’ αγαπώ το μεγαλείο του Θεού και την Ελλάδα. Από τη μάνα μου -ελαφρό το χώμα που τη σκεπάζει- έμαθα να είμαι τίμιος και να αγαπώ το σπίτι και από τον πατέρα μου ένα ανεπανάληπτο γονιό, που μέχρι τα στερνά του ενδιαφερόταν για τα παιδιά του και διέθεσε τα πάντα γι’ αυτά, διδάχτηκα την αρετή και την όρεξη και την αγάπη για δουλειά. Έδωσα εξετάσεις στο 8τάξιο μεικτό γυμνάσιο και φοίτησα, έχοντας πόθο για σπουδή.
Μετείχα στις εξετάσεις της Φιλοσοφικής και Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Φοίτησα και στις δυο. Τελείωσα τη Φιλοσοφική γιατί ένιωσα τη θωπεία στη γνώση. Πήγα στρατιώτης, έγινα έφεδρος αξιωματικός ΣΕΜ, υπηρέτησα την πατρίδα μου στη μεθόριο της Μακεδονίας, Κοζάνη, Αμύνταιο, Κιλκίς, Έδεσσα, Θεσσαλονίκη· ανέλαβα τεράστιες ευθύνες, τις διεκπεραίωσα με αφοσίωση και άκρα προσοχή.
Χειροκροτήθηκα από τους επισήμους, τον Μακεδονικό λαό, ως αρχηγός ομάδας εφοδιασμού – επισιτισμού πάνω σε τιμητικό τζιπ, παρελαύνοντας στη λεωφόρο του Λευκού Πύργου έπειτα από την πετυχημένη άσκηση του Γ’ Σώματος Στρατού «Γόρδιος δεσμός».
Διορίστηκα καθηγητής φιλόλογος, δίδαξα σε 26 Γυμνάσια και Λύκεια της χώρας. Έκανα διαλέξεις σε επιμορφωτικά κέντρα με πολιτιστικά θέματα. Έκανα υποδειγματική διδασκαλία σε όλα τα Γυμνάσια, Λύκεια, Εκκλησιαστικές Σχολές των νομών Μεσσηνίας, Βοιωτίας, Ξάνθης κ.α. Πέρασα από όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας της εκπαίδευσης φτάνοντας μέχρι τον τελευταίο βαθμό της Παιδείας μας ως επιθεωρητής Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων και τιμήθηκα.
Θέρισα το ξανθό σιτάρι, ένιωσα τη ζέστη του Αλωνάρη στα χωράφια του πατέρα μου. Μάζεψα οπωρικά από τα δέντρα μας. Τα πήγα στην αγορά και έδωσα πολλά σ’ αυτούς που δεν είχαν. Τρύγησα τα αμπέλια μας, πάτησα τα σταφύλια στο πατητήρι, γέμισα τα βαρέλια στο υπόγειο του παππού μου, μάζεψα ελιές, πήγα στο λιατρίβι, φύλαξα πρόβατα, τάισα πουλερικά. Ίππευσα τα άλογά μας, όργωσα τα χτήματά μας με το ησιόδειο αλέτρι μας. Έκανα εκδρομές στα μακρινά ξωκκλήσια του Μαρουσιού και άναψα τα καντήλια τους. Πήγαινα στην εκκλησία της Παναγίας της Μαρουσιώτισσας την Κυριακή στη λειτουργία. Έκτισα σπίτια, αγάπησα την οικογένειά μου, λάτρεψα τη γυναίκα μου Σοφία, ενθουσιάστηκα για τα παιδιά μου, την Πηνελόπη και τον Σταμάτη, τα δύο άστρα που φωτίζουν το μονοπάτι της ζωής μου, έκανα καλούς φίλους, δίδαξα πλήθη μαθητών, που έγιναν επιστήμονες -χαίρομαι γι’ αυτό-, που πρόσφεραν στην κοινωνία και όλους τους αγαπώ.
Φύτευα δέντρα από πολύ μικρός. Τελευταία, το 1983 όταν υπηρετούσα ως γυμνασιάρχης στο 26ο της Αθήνας στην αυλή του Μαρασλείου φύτεψα ένα κυπαρίσσι, που το βλέπω και χαίρομαι, καθώς αυτό υψώνεται δίπλα στους μαθητές ορθόστητο.
Ασχολήθηκα με τη λογοτεχνία, την ποίηση, το διήγημα, το θεατρικό είδος.
Μερικά από τα θεατρικά μου έργα παρουσιάστηκαν από τους μαθητές μου στα διάφορα Γυμνάσια και Λύκεια, που δίδαξα. Οι πρωταγωνιστές τους έγιναν διάσημοι σε ρόλους σεξπηρικούς, αρχαίους ή σύγχρονους. Και αξιώθηκα πολλών βραβείων και επαίνων από το εσωτερικό της χώρας μας και το εξωτερικό.
Χαίρομαι να βλέπω χορτάτους ανθρώπους. Ονειρεύομαι οι άνθρωποι να είναι πάντα χορτάτοι, να υπάρχει δουλειά, δικαιοσύνη, να σφραγιστούν οι πύλες του πολέμου, να σβήσουν οι αναστατώσεις και ο κόσμος μας να λούζεται από την περιπόθητη πραγματική αγάπη.
28 Ιανουαρίου 2021
Δημήτρης Μασούρης
Μνημόσυνο
Τελούμε 40ήμερο μνημόσυνο την Κυριακή 24/05/2026 και ώρα 10.30 π.μ. στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αμαρουσίου, για να συμπροσευχηθούμε υπέρ αιωνίας αναπαύσεως της ψυχής του πολυαγαπημένου μας συζύγου, πατέρα και φωτισμένου δασκάλου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤ. ΜΑΣΟΥΡΗ
Η σύζυγος: Σοφία Λεβαντή – Μασούρη
Τα παιδιά του
Πηνελόπη – Αντώνης
Σταμάτης – Ηρώ







































































































