Μακριά από τις παραπάνω απαισιόδοξες σκέψεις, η πλειονότητα των ΜΜΕ, θ’ αναλωθούν για λίγα 24ωρα ακόμη με το πώς θα διεξαχθούν οι τηλεοπτικές αναμετρήσεις μεταξύ των πολιτικών αρχηγών και, βέβαια, των δύο «μονομάχων» του εγχώριου πολιτικού συστήματος.
Εμείς, όταν θα έρθει η… μεγάλη ώρα, θα στηθούμε μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες μας για ν’ απολαύσουμε το θέαμα, προσπαθώντας να αποσαφηνίσουμε εάν πρόκειται για την εκτύλιξη μιας κωμωδίας ή ενός δράματος.
Καθένας από τους πολιτικούς αρχηγούς θα προσπαθήσουν να πουν αυτά που θα ευχαριστήσουν τ’ αφτιά των ψηφοφόρων τους, θα καλλιεργήσουν νέες προσδοκίες για αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, θα δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι κάποιοι διδάχθηκαν από τα λάθη τους και τώρα είναι ώριμοι ν’ αναλάβουν τις ευθύνες του τόπου.
Και ξέρετε ποιο είναι το κακό; Ότι ακόμη και οι τηλεθεατές που θα δηλώσουν αργότερα στις δημοσκοπήσεις ότι διόλου δεν επεηρεάστηκε η επιλογή τους από τις «τηλεμαχίες», τελικώς θα έχουν επηρεασθεί. Θα έχουν πιαστεί από μια φράση, μια κίνηση του αρχηγού τους, για να πουν στον εαυτό τους: «Δίκιο έχει. Του αξίζει μια ακόμη ευκαιρία».
Με αυτόν τον τρόπο δεν δίνουν μόνο ευκαιρία στον αρχηγό τους, αλλά και στους εαυτούς τους. Γιατί ο άνθρωπος δύσκολα πείθεται να κάνει το μεγάλο άλμα. Θέλει κάπου να ελπίζει, επιθυμεί να υπάρχει κάτι πάνω από αυτόν που να ορίζει την τύχη του. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει ν’ αναλάβει ο ίδιος το βάρος της τύχης του, να συνειδητοποιήσει ότι είναι αυτός που καθορίζει το μέλλον του και, βέβαια, έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για ό,τι συμβεί. Κι αυτό το φορτίο είναι δυσβάσταχτο για τους περισσότερους από εμάς.
Οδηγούμαστε, λοιπόν, στη λογική «το μη χείρον βέλτιστον». Μπορεί κανείς από τους πολιτικούς που βρίσκονται απέναντί μας στο τηλεοπτικό κουτί να μας αντιπροσωπεύει, αλλά πρέπει να επιλέξουμε έναν από αυτούς.
Τουλάχιστον, ας κλείσουμε τη φωνή του δέκτη μας κι ας παρακολουθήσουμε τις κινήσεις του σώματός τους. Ας δούμε πώς κοιτούν τον τηλεοπτικό φακό, τι κάνουν με τα χέρια τους, πόσο ήρεμοι ή νευρικοί δείχνουν. Κι εν συνεχεία, ας προσπαθήσουμε να τους τοποθετήσουμε στο πολιτικό σύστημα των μεταπολιτευτικών χρόνων. Ας αποδώσουμε στον καθένα από αυτούς το ποσοστό συμμετοχής που του αναλογεί στη δημιουργία του σημερινού αποτελματωμένου κι αναξιόπιστου πολιτικού σκηνικού κι αναλόγως ας τον βαθμολογήσουμε.
Όποιος συγκεντρώσει τη χαμηλότερη βαθμολογία, άρα έχει κάνει το μικρότερο κακό στον τόπο, ας αποτελέσει την επιλογή μας. Για τα άλλα, βλέπουμε…






































































































