Η εθνική… ιδιοσυγκρασία μας χαρακτηρίζεται, χρόνια τώρα, από ορισμένα στοιχεία που μπορούν να εκφρασθούν, λίγο ως πολύ, από τη φράση «ας το μπαλωσουμε όπως όπως και μετά βλέπουμε…».
Του Θάνου Σταθόπουλου
Αν και οι γενικεύσεις πάντοτε «υποθάλπουν» τον κίνδυνο της αδικίας απέναντι σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες οι οποίες εξαιρούνται του κανόνος, ωστόσο βοηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις να ερμηνεύσουμε πώς και γιατί δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την άνθηση, αλλά και τον μαρασμό ορισμένων χωρών…
Πόσοι, άραγε, από εμάς διαφωνούν ότι σε πολλές περιπτώσεις που είχαμε ως έθνος ν’ αντιμετωπίσουμε σοβαρά προβλήματα-προκλήσεις, σε εθνικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων;
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το θέμα του ασφαλιστικού. Ακούγαμε για πάρα πολλά χρόνια ότι το σύστημα δεν θ’ «αντέξει» για πολύ καιρό ακόμη να πληρώνει συντάξεις κι έξοδα νοσηλείας. Και τι κάναμε; Αντί να σηκώσουμε τα μανίκια, να στίψουμε το μυαλό μας και να βρούμε τρόπους που θ’ απέτρεπαν το επερχόμενο «ναυάγιο», προτιμήσαμε να κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το «χαλί» και να «εφευρίσκουμε λύσεις του ποδαριού», προκειμένου να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια εγχώριων και εξωχώριων παραγόντων.
Αντίστοιχη ακριβώς ήταν η τακτική που ακολουθήσαμε και στον οικονομικό τομέα. Και σε αυτήν την περίπτωση επιδείξαμε απίστευτη αποστροφή στην έγκαιρη λήψη των απαραίτητων μέτρων, βολευτήκαμε στην επίπλαστη άνεση που μας παρείχαν οι «πειραγμένοι» αριθμοί και πέσαμε στον «λάκο» που ίδιοι σκάβαμε για χρόνια.
Και τι επακολούθησε στις δύο παραπάνω περιπτώσεις; Μα φυσικά ο πανικός και το χάος. Όταν «ο κόμπος φθάνει στο κτένι» κι ανακαλύπτεις ότι είσαι εντελώς απροετοίμαστος ν’ αντιμετωπίσεις τον… τυφώνα που έρχεται, σε καταλαμβάνει σοκ και δέος. Άρα και οι αποφάσεις που αναγκάζεσαι να λάβεις, ούτε μεθοδικές, ούτε συγκροτημένες, ούτε κι αποτελεσματικές μπορεί να είναι. Αντιθέτως, είναι απλώς αναγκαστικές και στην περίπτωσή μας επιβαλλόμενες έξωθεν.
Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, είναι ότι δεν μαθαίνουμε από τα παθήματά μας. Με άλλα λόγια, παρά τις αβαρίες που μας συμβαίνουν, μυαλό δεν βάζουμε. Όταν περνά ο… τυφώνας κι ενώ βρισκόμαστε ανάμεσα στα συντρίμμια που αυτός άφησε στο διάβα του, δεν περνά ούτε στιγμή από το μυαλό μας να ξανακτίσουμε ό,τι χάθηκε με καινούργιο και σύγχρονο τρόπο, ώστε ν’ αντέξει σε πιθανό νέο ακραίο φαινόμενο των… καιρών.
Ως «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» προσπαθούμε, με τα υλικά κατεδάφισης που υπάρχουν γύρω μας, να ορθώσουμε τα νέα οικοδομήματά μας. Τι κι αν το αποτέλεσμα θα είναι παράγκα, αντί για σύγχρονη κατοικία; Τι κι αν το κτήριό μας θα μετατραπεί και πάλι σε ερείπια, στο πρώτο… φύσημα τ’ ανέμου; Εμείς να ’μαστε καλά, να το ξανακτίσουμε (άσε που σε κάθε κτίσιμο, κάποιοι κερδίζουν από νόμιμες προμήθειες και ηθικές μίζες).
Ο αναγνώστης της στήλης ίσως αναρωτηθεί τι νόημα έχουν τούτα τα γραφόμενα, που -ναι μεν- εκφράζουν κάποια πλευρά της εθνικής μας πραγματικότητας, αλλά δεν συνδέονται άμεσα με το καθημερινό και κυρίως δεν προτείνουν διέξοδο.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, ο γράφων τη στήλη έχει να καταθέσει μια διαφορετική προσέγγιση. Τα παραπάνω έχουν ευθεία αναφορά στην καθημερινότητά μας. Αυτό που ισχύει για το έθνος, ισχύει και για τον καθένα από εμάς, με τις εξαιρέσεις που αναφέραμε στην αρχή τούτου του σημειώματος. Άρα, αν θέλουμε ν’ αλλάξει κάτι, θα πρέπει να ξεκινήσουμε τις αλλαγές από το ίδιο μας το σπίτι, τη δουλειά μας, την πόλη μας. Παράλληλα, πρέπει ν’ αλλάξουμε τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε όσους θα διαχειρισθούν πράγματα που δεν υπόκεινται στις δικές μας αρμοδιότητες.





































































































