Ο θεσμός του «Συμπαραστάτη του Δημότη & της Επιχείρησης», τον οποίο προβλέπει ο νόμος για την αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, ξεκίνησε στραβά ή, σωστότερα, σε αρκετούς δήμους δεν ξεκίνησε καθόλου. Η διαδικασία εκλογής κατέληξε σε πραγματικό φιάσκο, για λόγους που σηκώνουν πολλή συζήτηση. Ωστόσο, ένας από αυτούς μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίσει, καθώς δείχνει πόσο στρεβλά αντιλαμβάνονται ορισμένοι αιρετοί τον ρόλο της επιχειρηματικότητας.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Σε πολλά Δημοτικά Συμβούλια των Βορείων Προαστίων (φανταζόμαστε ότι κάτι ανάλογο θα συνέβη και σε άλλες περιοχές της χώρας) έγινε πολύς λόγος για τον όρο «Επιχείρηση» που αναφέρεται στον τίτλο του νέου θεσμού. Από εκπροσώπους συγκεκριμένων δημοτικών παρατάξεων αναπτύχθηκε μια επιχειρηματολογία, η οποία συνοψιζόταν στην άποψη – αντίληψη ότι το κράτος προσπαθεί να αλώσει τον χώρο της Αυτοδιοίκησης, βάζοντας στο παιχνίδι τις επιχειρήσεις και αυξάνοντας τα κέρδη του κεφαλαίου.
Σαφώς και είναι δικαίωμα κάθε πολίτη-δημότη να έχει τις δικές του απόψεις για τα θέματα που συμβαίνουν στην πόλη και τη χώρα του και να τις διατυπώνει ελεύθερα. Ωστόσο, όταν ειδικότερα οι απόψεις αυτές διατυπώνονται από ανθρώπους που, λόγω θέσης και ιδιότητας, επηρεάζουν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, θα πρέπει -πλην της κριτικής- να συνοδεύονται και από συγκεκριμένες προτάσεις και εναλλακτικές λύσεις.
Σίγουρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις όποιες εμμονές θέλουν την επιχειρηματικότητα και τις επιχειρήσεις να είναι κάτι κακό και κατακριτέο. Όσοι εργαζόμαστε στον ιδιωτικό τομέα αδυνατούμε να καταλάβουμε γιατί η επιχείρηση στην οποία εργαζόμαστε και από την οποία βγάζουμε χρήματα για να ζήσουμε εμάς και τις οικογένειές μας, δεν πρέπει να κερδοσκοπεί (με την καθεαυτή σημασία του όρου). Προφανώς και δεν μπορούμε όλοι να εργαζόμαστε για τον δημόσιο τομέα και να συντηρούμαστε από αυτόν. Αλλά και όσοι ανήκουν σε αυτόν θα πρέπει να αναρωτηθούν από πού αντλεί το κράτος τα χρήματα που χρειάζεται για να πληρώνει τους μισθούς, τις συντάξεις και τις άλλες παροχές των δημοσίων υπαλλήλων;
Μήπως, ένα μεγάλο κομμάτι των παραπάνω χρημάτων είναι τα έσοδα από την φορολογία των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων (δηλαδή όλων εμάς) που εργαζόμαστε σε αυτές; Μήπως, εάν εξορίσουμε τις επιχειρήσεις και τους στερήσουμε τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται απρόσκοπτα, ουσιαστικά πριονίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε όλοι;
Μα, θα αντιτάξει κάποιος, αφού πολλές επιχειρήσεις φοροδιαφεύγουν, εκμεταλλεύονται το εργατικό δυναμικό και επιστρέφουν ελάχιστα πίσω στο κράτος και την κοινωνία από τα υπερκέρδη τους, γιατί να μην τις πολεμάμε; Το ερώτημα δεν είναι ψευδές στη βάση του. Όντως, αρκετές επιχειρήσεις εντάσσονται στις παραπάνω περιπτώσεις. Αλλά, από το σημείο αυτό, έως την υιοθέτηση εχθρικής στάσης απέναντι σε όλες συλλήβδην τις επιχειρήσεις, η απόσταση είναι μεγάλη για να τη διανύει κανείς αβασάνιστα.
Αν, για παράδειγμα, το πρόβλημα είναι τα χαμηλά μεροκάματα, η πάλη πρέπει να εστιαστεί στο πώς αυτά θα ενισχυθούν (και όχι μόνο σε ονομαστική, αλλά σε ουσιαστική βάση) και σίγουρα η απάντηση στο πρόβλημα δεν μπορεί να είναι το «καθόλου μεροκάματα».
Αν το πρόβλημα είναι η διαπλοκή, για παράδειγμα, μεταξύ ορισμένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ορισμένων επιχειρήσεων, η εστίαση θα πρέπει να αφορά τους αυστηρότερους ελέγχους στις συγκεκριμένες συνεργασίες και όχι το «καθόλου συνεργασίες».
Όπως είναι γνωστό, ήδη η κυβέρνηση βρίσκεται σε συζητήσεις με φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προκειμένου να εντοπιστούν και να προωθηθούν αναπτυξιακά έργα, τα οποία θα υλοποιηθούν μέσω των ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου & Ιδιωτικού Τομέα). Παράλληλα, θέμα χρόνου είναι η κατάθεση του νομοσχεδίου που θα προβλέπει την ίδρυση νέων μορφών επιχειρήσεων κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες θα αναλάβουν δράσεις που ασκούν το κράτος και οι δήμοι («Βοήθεια στο Σπίτι, παιδικοί σταθμοί κ.λπ.), με στόχο τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την παροχή κοινωνικών και άλλων υπηρεσιών, σε σχετικά χαμηλό κόστος (η στήλη θα αναφερθεί σε αυτές τις επιχειρήσεις σε προσεχές άρθρο).
Και οι δύο παραπάνω πρωτοβουλίες έχουν θετικές και αρνητικές πλευρές. Θα περίμενε κανείς από τους αιρετούς της Αυτοδιοίκησης να έχουν «σηκώσει» και τα δύο αυτά θέματα, να τα είχαν φέρει στα επιμέρους Δημοτικά Συμβούλια και να προσπαθούσαν -με νηφαλιότητα και χωρίς έμμονες ιδέες- να δουν πώς θα τα διαχειριστούν επωφελεία των δημοτών τους.
Θα το πράξουν στο μέλλον; Αμφίβολο. Κι όσα Δημοτικά Συμβούλια εντάξουν τα παραπάνω θέματα στην ατζέντα των συνεδριάσεών τους, πολύ φοβούμαστε ότι θα περιοριστούν είτε σε γενικόλογους αφορισμούς, είτε στην καλλιέργεια ενός αδιαφανούς πλαισίου λειτουργίας, είτε στην παράθεση καταστροφικών σεναρίων, για το τέλος της… Κοινωνίας και του Κοινωνικού Κράτους.
Ευχόμαστε να διαψευστούμε και τελικώς να επικρατήσουν ηπιότεροι τόνοι, που θα επιτρέψουν τον γόνιμο διάλογο και την αναζήτηση τρόπων που πραγματικά θα βγάλουν τους δήμους από τα οικονομικά αδιέξοδα που βρίσκονται, χωρίς να πάψουν να ασκούν τον κοινωνικό ρόλο τους. Μακάρι, όσοι αιρετοί διαφωνούν με τις παραπάνω πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, να διατυπώσουν εναλλακτικούς τρόπους για να επιτευχθεί ο κοινός στόχος, φροντίζοντας ωστόσο οι προτάσεις να είναι και ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες.
Το να απέχουν από τις όποιες συζητήσεις πιθανόν να γίνουν ή να καταδικάζουν πεισματικά όποια πρωτοβουλία ξεκινά ή περιλαμβάνει τους όρους «επιχειρήσεις» και «επιχειρηματιότητα», ζητώντας αποκλειστικά από το κράτος να αναλάβει το κόστος οποιασδήποτε λειτουργίας-υπηρεσίας, μπορεί να τους κάνει αρεστούς στο κομματικό τους ακροατήριο, αλλά τους απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τη μεγάλη μερίδα των πολιτών-δημοτών που ζητούν άμεσα λύσεις στα μεγάλα προβλήματά τους. Για να μην πάμε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι, με τη στάση τους, έστω κι αθέλητα, προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες σε όσους θέλουν να περάσουν τις όποιες αποφάσεις τους, ανεξέλεγκτα και με τρόπο που θα εξασφαλίζει μόνο τα δικά τους συμφέροντα…







































































































