Πέρασε κι ο Θανάσης απ’ το σπίτι… Ο Θανάσης: Ένα μικρόσωμο λιγνό παλληκαράκι με κατάμαυρα σγουρά μακριά μαλλιά πιασμένα σε κότσο, με πυκνό κοντό μούσι και θυσανωτό μουστάκι. Μάτια, μύτη, στόμα, φάνταζαν πάνω στο πρόσωπο σαν μικρά ξέφωτα μέσα σε πυκνό δάσος, κι ένας ασημένιος κρίκος, «κάρφωνε» την ύπαρξη του ενός αυτιού.
ΤοποΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Το άλλο το φανταζόσουν. Ευγενικός, γλυκομίλητος, με το χαμόγελο, έτοιμο να φανερώσει άλλοτε την ευχαρίστησή του, κι άλλοτε την αμηχανία του, αφού κάποιες φορές έμοιαζε «ψαρωμένος». Το ξένο σπίτι το οποίο για πρώτη φορά επισκεπτόταν, ήταν φυσικό να τον κάνει να μην αισθάνεται άνετα. Εμείς κάναμε ό,τι έπρεπε για να νοιώσει πως ήταν καλοδεχούμενος. Του πρόσφερα νερό, γλυκά διάφορα, να πάρει ό,τι θέλει.
Είσαι από δω; Από την περιοχή; -Όχι είμαι από τη Χαλκίδα. -Και έρχεσαι από τη Χαλκίδα εδώ κάτω κάθε μέρα; -Όχι. Έχω ένα «βανάκι», και μένω μέσα. Αλλιώς δε με συνέφερε να πηγαινοέρχομαι. Είναι πολλά τα χιλιόμετρα, πολλά τα έξοδα. Αν δεν το είχα δεν θα μπορούσα να πάρω τη δουλειά! -Πόσα κερδίζεις από αυτή τη δουλειά. -Ένα ευρώ και τριάντα το άτομο και 1,40 το σπίτι. -Έγγραφα για τη δωρεά οργάνων και σώματος έχεις που θέλω; -Κι άλλοι μου ζήτησαν αλλά δεν έχω. Δεν μας έχουν δώσει. Εδώ μου τελειώνουν τα έντυπα της απογραφής, και μου είπαν να γράφω σε δικά μου απλά χαρτιά και μετά θα τα συμπληρώσουν σε κανονικά…
Τίποτα δε δουλεύει σωστά σ’ αυτόν τον τόπο. Όλα του ποδαριού, όλα στο ό,τι γίνει. Χωρίς υποδομές, χωρίς προοπτική. Κι εδώ ο Θανάσης -ο απογραφέας μας- σκοτείνιασε. Έχασε το χαμόγελό του, την ανεμελιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε να τον συντροφεύει στην πρωτόγνωρη γι αυτόν «περιπέτεια» της «Απογραφής Πληθυσμού και Οικίας», εδώ στην εξοχή. Άλλαξα κουβέντα…
–Τι σπούδασες Θανάση; -Φωτογράφος είμαι. -Δεν πήρες γλυκό… -Ευχαριστώ δε θέλω. Ήπια μια πορτοκαλάδα το πρωί και με κράτησε. Ξαναγλύκανε το πρόσωπο με καινούριο χαμόγελο. -Κάθισε να φάμε αν θέλεις. -Όχι ευχαριστώ. Μαγειρεύω στο αυτοκίνητο και τρώω. -Τουλάχιστον πάρε μια μπανάνα για το δρόμο. -Αυτήν θα την πάρω… Τον ξεπροβοδίσαμε μέχρι την εξώπορτα. Πριν από το τελικό αντίο, ο Κώστας τον έπιασε απ’ τον ώμο και του ευχήθηκε να έχει καλή τύχη στη ζωή του. Και είχε κρυμμένη τούτη η ευχή, και θλίψη και οργή και ντροπή, και ενοχές, αφού καταντήσαμε να παραδίδουμε στα ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ μια τέτοια πατρίδα, έναν τέτοιο κόσμο, μια τέτοια ζωή! Τουλάχιστον θα πάρει τα λεφτά του; Μουρμούρισε μπαίνοντας στο σπίτι.
Εγώ έφυγα. Περπάτησα τα 120 μέτρα που απέχει το σπίτι μας από την τεράστια πανέμορφη παραλία και κάθισα στα βότσαλα. Μέσα στο κεφάλι μου η φρίκη με τα ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ!!! φονικά στο κέντρο της Αθήνας. Η τραγική κατάπτωση των Αξιών μας κι όλα τα γνωστά ανά την οικουμένη πλέον προκόπια μας, με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα -για το παρόν και το μέλλον- που φορτώσαμε στο σακίδιο του Θανάση, μαζί με τα έγγραφα της Απογραφής του 2011, με έπνιξαν μέσα σε τούτο «το κράτος του ζόφου».
Κοίταξα γύρω: Το μαγιάτικο φεγγάρι, έπαιζε καταμεσήμερα, κυνηγητό με τον ήλιο και με τις τούφες από λευκά συννεφάκια που συναντούσε στο δρόμο του. Ήταν η ώρα της απόδρασής μου, στον κόσμο που κανενός είδους και μεγέθους εξουσία δεν
μπορεί να μαγαρίσει, κι άρχισα το τραγούδι…
Κούνια το μισοφέγγαρο / κρυψώνα συννεφάκι / σφεντόνα λυγαριάς κλωνί / στρώμα το βοτσαλάκι. Και με το τσέρκι του ήλιου / το όνειρο κύλησα / με τα φτερά του ανέμου / τον κόσμο γύρισα. Φλογέρα στ’ ακροδάχτυλα / πάπλωμα τ’ άσπρο χιόνι / έλατο έχω για σκεπή / φίλο μου το αηδόνι. Με τα φτερά του ανέμου / τον κόσμο γύρισα / και με το τσέρκι του ήλιου / το όνειρο κύλισα.







































































































