Η χώρα αντιμετωπίζει οξύτατα οικονομικά προβλήματα που απαιτούν συντονισμένες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και δράσεις μακράς πνοής, με στόχο, μια ταχύρρυθμη και βιώσιμη ανάπτυξη.
Κάθε αναφορά, σήμερα, σε ανύπαρκτα διλήμματα και κυρίως, κάθε απόπειρα σύνδεσης των πολιτικών εξελίξεων με βασικές οικονομικές μας επιλογές που έχουν εξελιχθεί σε αποτελεσματικές σταθερές του οικονομικού μας συστήματος και δεν αμφισβητούνται σχεδόν από κανέναν, αποπροσανατολίζει και δημιουργεί, χωρίς λόγο, πρόσθετες απειλές.
Καλό, πάντως, είναι να μη λησμονούμε ότι:
I. Η χώρα είναι μέλος της ΟΝΕ, το νόμισμά της είναι το ευρώ και το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν προβλέπει δυνατότητα εκδίωξης μέλους της ΟΝΕ ή της Ε.Ε.
II. Η δραχμή δεν υπάρχει, πλέον, ως νόμισμα, στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
III. Οικειοθελής αποχώρηση της Ελλάδος από την ΟΝΕ, θα ήταν καταστροφική για την οικονομία, για τις επιχειρήσεις, για τους εργαζόμενους, δεδομένου ότι:
– Θα συνοδευόταν, οπωσδήποτε, με μια μεγάλη de facto υποτίμηση (επίσημη υποτίμηση και υποτίμηση που θα επιβάλλουν οι αγορές) του νέου μας νομίσματος, ενώ, πιθανότατα, πέραν της αρχικής, θα ακολουθούσαν και άλλες «ανταγωνιστικές» υποτιμήσεις.
– Η αντικατάσταση του ισχυρού ευρώ, από ένα άλλο, ασθενέστερο, εθνικό νόμισμα, δύσκολα θα μπορούσε να αποδώσει καρπούς στον τομέα της ανάπτυξης, αφού η χώρα δεν διαθέτει, αυτή τη στιγμή, ούτε σοβαρή παραγωγική βάση, ούτε διαθέσιμους φυσικούς πόρους για να διευρύνει, αμέσως, τις εξαγωγές της.
– Αντίθετα, η υποτίμηση αυτή θα οδηγήσει σε αύξηση της τιμής των εισαγόμενων πρώτων υλών και έτοιμων προϊόντων, γεγονός που θα προκαλέσει περαιτέρω εξασθένηση της εθνικής ανταγωνιστικότητας, εκτροχιασμό του ελλείμματος του εμπορικού μας ισοζυγίου και υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού.
– Οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις, σε συνδυασμό με την αδυναμία της χώρας να αναπληρώσει τις σχετικές εισοδηματικές απώλειες των εργαζομένων, θα οδηγούσε σε σταθερή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, σε περισσότερη φτώχεια.
– Η υποτίμηση της εργασίας και των διάφορων αγαθών οδηγεί στην ανάγκη συγκέντρωσης περισσότερης πραγματικής αξίας για την αποπληρωμή των χρεών μας, που θα συνεχίσουν να είναι αποτιμημένα σε «σκληρό» ευρώ. Η αναπροσαρμογή των υποχρεώσεών μας σε ευρώ, στο νέο, ασθενέστερο νόμισμα θα είναι καταστροφική και για τη χώρα και για τις επιχειρήσεις και για τους καταναλωτές.
– Η εγκατάλειψη του ευρώ, όσο καλά και αν προετοιμασθεί, θα δημιουργήσει έντονους κλυδωνισμούς στο τραπεζικό μας σύστημα, θα εντείνει τη σημερινή πιστωτική ασφυξία, θα αυξήσει το κόστος του χρήματος και θα απομονώσει ακόμη περισσότερο τις τράπεζές μας από τις διεθνείς αγορές και κυρίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
– Οι Ελληνες καταθέτες του εξωτερικού θα αξιοποιήσουν την ευκαιρία, για να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της εθνικής οικονομίας.
Γενικότερα, η εγκατάλειψη του ευρώ σημαίνει περισσότερη λιτότητα και φτώχεια, δυσκολότερη εξυγίανση και προσαρμογή στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου ανταγωνιστικού συστήματος, πλήρη αδυναμία χάραξης μιας αυτόνομης οικονομικής πολιτικής, σε έναν κόσμο με έντονες αλληλεπιδράσεις και τελικά, δυστυχώς, ένα ακόμη βήμα προς την επονείδιστη χρεοκοπία.
Του Κωνσταντίνου Mίχαλου, Προέδρου ΕΒΕΑ






































































































