ΕΡΕΥΝΑ – ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιώργος Πάλλης
Αναπληρωτής καθηγητής ΕΚΠΑ
Στις παλιές πανοραμικές φωτογραφίες του Αμαρουσίου, ξεχώριζαν χάρη στο ύψος τους δύο κτήρια: ο ναός της Παναγίας και το «Ρολόι του Σεργιάδη». Η μετέπειτα ανοικοδόμηση, με τις πολυόροφες οικοδομές, έκρυψε από τον ορίζοντα της πόλης την ιστορική εκκλησία και εξαφάνισε το «Ρολόι», τη θέση του οποίου κατέλαβε μία από τις δεκάδες, αδιάφορης αρχιτεκτονικής πολυκατοικίες της δεκαετίας του 1980.
Ποιο ήταν όμως το «Ρολόι του Σεργιάδη» και τί ρόλο έπαιξε στη νεότερη ιστορία του Αμαρουσίου αλλά και της Ελλάδας; Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη από τις νεοκλασικές επαύλεις που κτίστηκαν στο Μαρούσι κατά τις αρχές του περασμένου αιώνα, στη νέα συνοικία που δημιουργήθηκε τότε δυτικά και βόρεια του σταθμού του τρένου. Εκεί εγκαταστάθηκαν ευκατάστατοι Αθηναίοι, οι οποίοι οικοδόμησαν πολυτελείς κατοικίες και εισήγαγαν τα ήθη της πρωτεύουσας στο χωριό, επιταχύνοντας την εξέλιξή του σε προάστιο.
Ο Κωνσταντίνος Σεργιάδης
Ιδρυτής του «Ρολογιού» ήταν ένας πλούσιος ωρολογοποιός, ο Κωνσταντίνος Σεργιάδης, με καταγωγή από την Τήνο. Το «Μέγα Ωρολογοποιείον» του βρισκόταν κοντά στο μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα, αρχικά στην οδό Γεωργίου Σταύρου και κατόπιν στη Σταδίου, και διαφημιζόταν στον τύπο της εποχής ως «το τελειότερον της Ανατολής, εφάμιλλον καθ’ όλα με τα μεγαλείτερα Ευρωπαϊκά». Ο ίδιος είχε εκπαιδευτεί στην Ελβετία και διατηρούσε στο προσωπικό του Ελβετούς και Γερμανούς ωρολογοποιούς, ενώ εισήγαγε ρολόγια ακόμα και από την Αμερική.
Ο Σεργιάδης εγκαταστάθηκε στο Μαρούσι το 1902 και πρωταγωνίστησε στην πρόοδο της αναπτυσσόμενης νέας συνοικίας του. Το «Νέον Αμαρούσιον», με τους άνετους δρόμους, τα πολυτελή σπίτια και τους άλλων αντιλήψεων, μοντέρνους κατοίκους, βρισκόταν σε αντίθεση με το παλιό χωριό και τον παραδοσιακό, συντηρητικό κόσμο του. Για πολλά χρόνια οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων -των «ξένων» και των ντόπιων- ήταν κάθε άλλο παρά αγαστές και ο Σεργιάδης βρέθηκε συχνά στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων. «Την παρελθούσαν Τρίτην έλαβε χώραν ζωηρόν επεισόδιον εις την κεντρικήν πλατείαν του Αμαρουσίου», γράφει η εφημερίδα «Εμπρός» στις 3 Οκτωβρίου του 1928, «μεταξύ του προέδρου της Κοινότητος αυτού κ. Δ. Ν. Μόσχα και του κ. Κ. Σεργιάδου, εξαιτίας ενός δημοσιεύματος του τελευταίου τούτου, θίξαντος το κοινοτικόν συμβούλιον Αμαρουσίου». Ο Σεργιάδης δημοσίευε τακτικά καυστικές επιστολές στην εφημερίδα προαστείων «Κηφισσιά», με τις οποίες επέκρινε τους -κατά τις απόψεις του- εχθρούς της προόδου του Αμαρουσίου.
Γεγονός είναι πάντως ότι στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ο Σεργιάδης συμμετείχε ενεργά στις προσπάθειες τουριστικής ανάπτυξης της πόλης και διαχείρισης του μεγάλου τότε προβλήματος των φυματικών, που συνέρρεαν εδώ και στις εξοχικές τοποθεσίες της Μαγκουφάνας και των Μελισσίων. Διοργάνωσε μάλιστα μαζί με άλλους κατοίκους τον «Σύνδεσμο Υγιεινής», προκειμένου να βελτιωθούν οι υποδομές για τους επισκέπτες του οικισμού, να βρεθούν λύσεις στο ζήτημα των φυματικών και να απαλλαγεί το Μαρούσι από τη βαριά σκιά της ασθένειας.

Η έπαυλη με το ρολόι
Η έπαυλη του Σεργιάδη βρισκόταν στην αρχή της οδού Βασιλίσσης Αμαλίας, αριστερά της γραμμής του τρένου (ανεβαίνοντας προς την Κηφισιά), λίγο παραπάνω από το ύψος του γυμναστηρίου «Σπ. Λούης». Με βάση τις σωζόμενες φωτογραφίες, ήταν ένα μεγάλο τριώροφο σπίτι νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, που κατέληγε σε ψηλό πυργίσκο με μηχανισμό ρολογιού, το οποίο κτυπούσε με καμπάνα και φωτιζόταν τη νύχτα.
Στην είσοδο του σπιτιού δύο πεσσοί συγκρατούσαν μεγάλο εξώστη. Οι εξωτερικές όψεις είχαν τη συνήθη πλούσια αρχιτεκτονική διακόσμηση του νεοκλασικισμού, με γείσα, παραστάδες, φουρούσια κ.λπ. Στον τελευταίο όροφο και τον πυργίσκο τα στοιχεία αυτά ήταν πιο λιτά και τα παράθυρα πιο απλού τύπου· είναι πιθανό ότι αυτό το τμήμα του κτηρίου αποτελούσε προσθήκη, όταν ο Σεργιάδης αποφάσισε να εγκαταστήσει το ρολόι.
Ποιος ήταν όμως ο λόγος να διαθέτει μια ιδιωτική κατοικία ένα τόσο μεγάλο ρολόι; Όπως έγραψε ο ίδιος ο Σεργιάδης σε επιστολή του στην «Κηφισσιά», εισήγαγε το ρολόι αυτό από την Ευρώπη και το τοποθέτησε στην έπαυλή του επίτηδες, για να το διαφημίσει και να αρχίσει να δέχεται παραγγελίες από εκκλησίες, δήμους και άλλους ενδιαφερόμενους. Υπάρχει μάλιστα και διαφημιστική καταχώρηση στον τύπο, το 1909, που αναφέρει ότι ήδη «ετοποθέτησεν εν Αμαρουσίω και άνωθεν της παρά την σιδηροδρομικήν γραμμήν Κηφισσίας μεγάλης οικίας του ένα μέγα ωρολόγιον μετά πύργου, ως υπόδειγμα, και όπως εκ του επικαίρου εκείνου σημείου αντιληφθούν πάντες την αξίαν και σοβαρότητα των τοιούτων ωρολογίων» (εφ. «Εμπρός», 10 Νοεμβρίου 1909). Εντούτοις, η πολυδάπανη επένδυση δεν βρήκε την ανταπόκριση που περίμενε ο επιχειρηματίας.
«Ξενών η Μέλισσα»

Ο Μεγάλος Πόλεμος και η δύσκολη για την Ελλάδα περίοδος ως το 1922, φαίνεται ότι επέφεραν το τέλος τoυ ακμαίου άλλοτε ωρολογοποιείου του Σεργιάδη. Έτσι, για οικονομικούς λόγους αποφάσισε να ενοικιάσει την έπαυλή του σε παραθεριστές. Σε αγγελία που δημοσίευσε τον Ιούνιο του 1922, αναφέρεται ότι η κατοικία διατίθεται «κατά δωμάτια με καινουργή επίπλωσιν εις υγιείς μόνον» («Εμπρός», 15 Ιουνίου 1922). Η τελευταία φράση δείχνει ότι το ζήτημα των φυματικών είχε ήδη οξυνθεί, πράγμα που εξακολούθησε σε όλη τη δεκαετία του 1920.
Το 1924 ο Σεργιάδης ξεκίνησε τη λειτουργία κανονικού ξενοδοχείου, το οποίο ονόμασε «Ξενών η Μέλισσα». Στην εφημερίδα «Εμπρός», στις 11 Οκτωβρίου, υπάρχει σχετική διαφημιστική καταχώρηση, που υπόσχεται ότι «ρυθμισθείσα καθ’ όλα ως καλόν ωρολόγιον Σεργιάδου», η Μέλισσα προσφέρει θέρμανση όλο τον χειμώνα και κουζίνα α λα καρτ, με αγνά υλικά. Το 1927 η Μέλισσα είχε σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της δυναμικότητα 19 δωματίων, ενώ η ζήτηση έφτασε εκείνο τον χρόνο τα 72, από την Αθήνα, την επαρχία και ομογενείς της Αιγύπτου. Εντούτοις, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Σεργιάδης ανακοίνωσε το κλείσιμο του ξενοδοχείου, καθώς δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στην πολύ υψηλή κρατική φορολογία, που το είχε κατατάξει στα καταλύματα πολυτελείας, αλλά και στους φόρους που του είχε επιβάλει η Κοινότητα Αμαρουσίου. Όπως μάλιστα έγραφε στην «Κηφισσιά», θα πουλούσε και το ρολόι για να ανταπεξέλθει στα προς το ζην.
Δεν εντοπίσαμε ειδήσεις για τη μετέπειτα τύχη της «Μέλισσας» και του Σεργιάδη. Ο ίδιος δεν είχε παιδιά και το μεγάλο σπίτι, με το ρολόι ακόμα στη θέση του, είτε πουλήθηκε είτε κληροδοτήθηκε σε ανίψια του. Κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή, ο πυργίσκος φιλοξενούσε μία από τις σειρήνες της πόλης. Μεταπολεμικά το κτήριο ενοικιάστηκε από το κράτος και στέγασε τις αστυνομικές Αρχές της περιοχής, που έφεραν τότε τον τίτλο «Υπηρεσία Αμέσου Επεμβάσεως Αμαρουσίου».
Η νύχτα της 21ης Απριλίου 1967
Υπό τη νέα του λειτουργία, το «Ρολόι του Σεργιάδη» συνδέθηκε με δραματικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τη νύχτα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, όταν άρχισαν να εκτυλίσσονται τα γεγονότα, ο Γεώργιος Ράλλης, τότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως της κυβέρνησης Παναγιώτη Κανελλόπουλου, έσπευσε στο αστυνομικό τμήμα στο Μαρούσι και κατάφερε από εκεί να επικοινωνήσει με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, τον οποίο είχαν ήδη περικυκλώσει οι δυνάμεις των επίορκων αξιωματικών στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος εξουσιοδότησε τον Ράλλη να αποταθεί στα Σώματα Στρατού της Βόρειας Ελλάδας με την εντολή να κινηθούν προς την Αθήνα, πράγμα που επιχείρησε ο υπουργός. Εντούτοις, η προσπάθεια εξουδετερώθηκε από μυημένους στη συνωμοσία αξιωματικούς.
Ο Ράλλης παρέμεινε όλη τη νύχτα στην Υπηρεσία Αμέσου Επεμβάσεως Αμαρουσίου και μίλησε για τελευταία φορά με τον βασιλιά στις 5:30 το πρωί. Του συνέστησε «παθητική αντίσταση», μέχρι να μπορέσει να οργανώσει την αντίδρασή του. Ο υπουργός λίγο αργότερα συνελήφθη.
Στα κρατητήρια του νεοκλασικού κτηρίου, η Χούντα φυλάκισε από τους πρώτους μήνες μετά το πραξικόπημα επιφανή πολιτικά πρόσωπα και αξιωματικούς του στρατού. Ένας από τους πρώτους ήταν ο εκδότης των «Νέων» Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος κρατήθηκε εδώ από τις 17 Ιουλίου ως τις 25 Οκτωβρίου 1967. Οι συνθήκες κράτησης ήταν άθλιες. Ο Λαμπράκης διηγήθηκε κάποτε ότι ο μόνος του επισκέπτης ήταν ένα ποντίκι, το οποίο εκπαίδευε με ψίχουλα. Τις ατελείωτες ώρες απομόνωσης μελετούσε γερμανικά (Ε. Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, εκδόσεις Πατάκη).
Ο Γεώργιος Ράλλης βρέθηκε ξανά εδώ στις 6 Μαΐου του 1968, μετά από μία δημόσια δήλωσή του κατά του καθεστώτος. Στο ημερολόγιό του σημειώνει: «Αποφεύγω να συλλογίζομαι πόσο θα κρατήσει η “φιλοξενία” που μας ετοιμάζουν σε τούτο το παλιό τριώροφο κτήριο με την τσιμεντένια αυλή, που έχει συνδεθεί με τόσες κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της χώρας και της προσωπικής μου ζωής» (Γ. Ράλλης, Το ημερολόγιό μου τον καιρό της δικτατορίας, εκδόσεις Ελληνοεκδοτική). Ο πρώην υπουργός βρήκε εκεί τον πρώην αντιπρόεδρο της Βουλής Ιάκωβο Διαμαντόπουλο. Λίγο μετά έφτασαν και άλλοι συλληφθέντες, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Δημήτριος Παπασπύρου, ο πρώην υπουργός Γεώργιος Μαύρος, ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος και ο Διονύσιος Λιβανός.
Τα κρατητήρια διέθεταν τρεις τουαλέτες και τρεις ντουζιέρες. Οι κρατούμενοι πολιτικοί προαυλίζονταν κάθε πρωί στην τσιμεντόστρωτη αυλή -άλλοτε κήπο του Σεργιάδη- και στη συνέχεια επέστρεφαν στους θαλάμους τους. Όλα τα παράθυρα είχαν κάγκελα και κάποια κλείστηκαν εντελώς. Οι έγκλειστοι μαγείρευαν μόνοι τους και δέχονταν επισκέψεις των οικείων τους δύο φορές την εβδομάδα. Τα βιβλία που διάβαζαν έπρεπε να εγκριθούν πρώτα από τη Λογοκρισία. Όλες αυτές οι δραστηριότητες γίνονταν υπό το άγρυπνο βλέμμα των φρουρών.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η ομάδα των κρατουμένων αυξήθηκε με τους στρατηγούς Κόλλια και Περίδη, τον ναύαρχο Σπανίδη, τον πτέραρχο Μητσάκο, τον ταξιάρχο Ρουγγέρη, τους συνταγματάρχες Χουχουλή και Παπαθανασίου, τον σμήναρχο Τσασάκο, τον ταγματάρχη Δεμέστιχα και τον πρώην αρχηγό της νεολαίας της ΕΡΕ Καρατζά. Επρόκειτο για νομιμόφρονες αξιωματικούς, ορισμένοι από τους οποίους συμμετείχαν στο αποτυχημένο κίνημα ανατροπής της Χούντας από τον βασιλιά στις 13 Δεκεμβρίου 1967.
Οι μέρες της καλοκαιρινής ζέστης ήταν αφόρητες. Ο Ράλλης όμως είχε συνείδηση ότι υπήρχαν κρατούμενοι που βίωναν πολύ πιο σκληρές συνθήκες και βασανιστήρια. Στα μέσα Αυγούστου του 1968, όλοι οι κρατούμενοι εκτοπίστηκαν σε μακρινά νησιά, όπου τέθηκαν υπό περιορισμό.
Το τέλος του «Ρολογιού»
Οι αστυνομικές Αρχές στεγάστηκαν στην κατοικία του Σεργιάδη ως και τη δεκαετία του 1970. Αφού μετακινήθηκαν σε άλλο σημείο στο κέντρο του Αμαρουσίου, η γερασμένη έπαυλη ακολούθησε τη μοίρα των περισσότερων μονοκατοικιών της πόλης: κατεδαφίστηκε για να αξιοποιηθεί «αντί παροχής». Το Μαρούσι έχασε ένα τοπόσημό του, κάτι το οποίο αποτελούσε σημαίνον μέρος του τοπίου και της ταυτότητάς του.
Σήμερα, από το «Ρολόι του Σεργιάδη» μένουν μόνον μερικές παλιές φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ. Στη γειτονιά του συγκεντρώνονται αρκετές κατοικίες που έχουν κηρυχθεί διατηρητέες λόγω της αρχιτεκτονικής τους αξίας -μία πρωτοβουλία επί δημαρχίας Παναγιώτη Τζανίκου- και έτσι επιζεί κάτι από το «Νέον Αμαρούσιον» της τοπικής Belle Epoque, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Σεργιάδης.






































































































