ΕΡΕΥΝΑ – ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιώργος Πάλλης
Αναπληρωτής καθηγητής ΕΚΠΑ
Πριν από εκατό χρόνια, το απόγευμα της 14ης Αυγούστου 1926, δόθηκε στην κεντρική πλατεία του Αμαρουσίου η επίσημη ονομασία της: Πλατεία Κασταλίας.
Η επέτειος αυτή, μας δίνει την αφορμή να εξετάσουμε τη δημιουργία και την εξέλιξη αυτού του χώρου, που πρωταγωνιστεί εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες στη ζωή του οικισμού και αποτελεί μέρος της προσωπικής ζωής των κατοίκων του. Η αναδρομή αυτή γίνεται με αφορμή τη σχετική εκδήλωση που διοργάνωσε στις 30 Μαΐου ο Σύλλογος Αθμονέων, στην οποία και παρουσιάστηκε.
Η τελετή της ονοματοδοσίας
Η τελετή της ονοματοδοσίας του 1926 άρχισε στη Δημοτική Σχολή, το μετέπειτα Παλαιό Δημαρχείο, όπου πρώτος έλαβε τον λόγο ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Γαρδίκας, πρόεδρος της επιτροπής ονοματοθεσίας, ο οποίος διατηρούσε κατοικία στο Μαρούσι. Στη συνέχεια, ο φιλόλογος Χρήστος Ηλιόπουλος, πρόεδρος του Συνδέσμου των Αθμονέων, παρουσίασε το έργο της επιτροπής και τα ονόματα που δόθηκαν σε δρόμους και πλατείες.
Οι παριστάμενοι κατευθύνθηκαν κατόπιν εν πομπή στην πλατεία Κασταλίας, όπου οι ιερείς του Αμαρουσίου, με επικεφαλής τον αρχιερατικό επίτροπο Σωφρόνιο Δούκα ανέπεμψαν δέηση υπέρ της ευλογίας της πηγής.
Στη συνέχεια, ο Ηλιόπουλος εκφώνησε σύντομο λόγο, στο τέλος του οποίου αποκάλυψε το όνομα Κασταλία, μέσα σε δάφνινο στεφάνι. Την ίδια στιγμή, ήχησαν οι καμπάνες των εκκλησιών, ρίχτηκαν πυροβολισμοί και αποκαλύφθηκαν συγχρόνως οι πρώτες πινακίδες των οδών, που ήταν μαρμάρινες, δωρεά του γλύπτη Γεωργαντή, ο οποίος είχε πρόσφατα φιλοτεχνήσει το ηρώο του Αμαρουσίου.
Διαβάζοντας κανείς την περιγραφή της τελετής, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο αρ. 64 της εφημερίδας Κηφισιά, αντιλαμβάνεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ηλιόπουλου στο όλο εγχείρημα και την τελετή. Αυτός ο ενθουσιώδης λάτρης του Αμαρουσίου ανήκε στους νέους κατοίκους του οικισμού, που εγκαταστάθηκαν μετά την έναρξη της λειτουργίας του τρένου που τον συνέδεσε με την Αθήνα. Φιλόλογος και για ένα διάστημα έκτακτος επιμελητής αρχαιοτήτων, ο Ηλιόπουλος έσωσε την εκκλησία της Νεραντζιώτισσας από την καταστροφή, περισυνέλεξε πλήθος αρχαίων και βυζαντινών αναγλύφων από την περιοχή και ίδρυσε τον πρώτο Σύνδεσμο των Αθμονέων.
Ήταν μάλλον δική του ιδέα να δοθεί στην κεντρική πλατεία της μικρής πόλης το όνομα της αρχαίας πηγής του μαντείου των Δελφών, της περίφημης Κασταλίας. Διαβάζοντας το κείμενο της ομιλίας του στα αποκαλυπτήρια του ονόματος, αντιλαμβανόμαστε ότι έβλεπε στην πηγή της πλατείας, απ’ όπου ανέβλυζε το μαρουσιώτικο νερό, μια ιερότητα παρόμοια με εκείνη της δελφικής κρήνης. Μέσα στον στομφώδη λόγο του συνέδεε τον Απόλλωνα των Δελφών με την Αρτέμιδα των Αθμονέων και καλούσε μάλιστα τη θεία νέα Κασταλία, την ευρισκόμενη υπό τη σκέπη της Θεοτόκου, να πνίξει την ιερόσυλη Ούλεν που απειλούσε την ύπαρξή της.

Οι απαρχές της πλατείας
Αλλά η πλατεία Κασταλίας δεν δημιουργήθηκε το 1926· τότε απέκτησε μόνον το όνομά της. Για να εντοπίσουμε τη γέννησή της, πρέπει να πάμε αρκετά πίσω στον χρόνο, στον 18ο αιώνα και στη μετακίνηση του οικισμού του Αμαρουσίου από την τοποθεσία του Πέλικα στη θέση του σημερινού κέντρου του Δήμου.
Το κύριο χωριό των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας βρισκόταν στο ύψωμα του Πέλικα, δυτικά του ναού της Νεραντζιώτισσας. Η τελευταία, μαζί με τους μικρούς ναούς του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Ιωάννη, είναι ό,τι απομένει σήμερα από την εκεί παρουσία του. Το ύψωμα ήταν ένα από τα ωραιότερα σημεία του λεκανοπεδίου της Αθήνας, καθώς παρείχε άπλετη θέα προς την πεδιάδα και τις ακτές της.
Ωστόσο, σε ανήσυχους καιρούς αυτό το προνόμιο γινόταν μειονέκτημα: το χωριό ήταν εύκολα ορατό και γινόταν στόχος επιθέσεων. Επιπλέον, φαίνεται ότι δεν διέθετε επαρκές νερό. Έτσι, μέσα στον 18ο αιώνα, άρχισε η μετακίνηση του στη θέση του σημερινού κέντρου του δήμου. Την επιλογή της έκριναν δύο παράγοντες: το γεγονός ότι ήταν κρυμμένη μέσα σε ένα δάσος από ελαιόδεντρα και η ύπαρξη πηγής με άφθονο νερό. Αυτή η πηγή, έγινε το σημείο συγκέντρωσης των χωρικών και εξελίχθηκε σε αυτό που εμείς γνωρίζουμε σήμερα ως πλατεία Κασταλίας.
Μετά την Επανάσταση και την απελευθέρωση, το 1837, κατασκευάστηκε η οδός Κηφισιάς -γνωστότερη σήμερα ως λεωφόρος Κηφισίας- που συνέδεε την Αθήνα με το ομώνυμο χωριό. Ο νέος δρόμος πέρασε μέσα από τον οικισμό του Αμαρουσίου και το τμήμα του αυτό ονομάζεται από το 1932 οδός Βασιλίσσης Σοφίας. Η χάραξή του έλαβε σίγουρα υπόψη την πηγή, γύρω από την οποία αναγεννιόταν από τις στάχτες της Επανάστασης το Μαρούσι και οριοθέτησε τον γύρω της ανοιχτό χώρο, που έμελλε να γίνει η σημερινή πλατεία.
Οι πρώτες εικόνες της

Οι πρώτες μαρτυρίες για την κατάσταση του χώρου αυτού μας έρχονται από το 1838 και τον James Henry Skene, έναν Σκωτσέζο πρώην αξιωματικό που είχε αγοράσει εκτάσεις γης στο νότιο τμήμα του μετέπειτα κτήματος Συγγρού και είχε διαμείνει για μερικά χρόνια εδώ. Σε άρθρο του σε περιοδικό του Εδιμβούργου, ο Skene περιγράφει το σημείο ως μία μαρμάρινη δεξαμενή, μέσα στην οποία έπεφτε το άφθονο και καθαρό νερό της πηγής.
Χαρακτηρίζει δε τη δεξαμενή ως μαρμάρινη και αρχαία, υπονοώντας ότι είχε κάποιον ανάγλυφο διάκοσμο – ίσως επρόκειτο για κάποια σαρκοφάγο, σαν και εκείνες του ταφικού μνημείου της Κηφισιάς. Ωστόσο δεν έχει σωθεί η ίδια, ούτε κάποια απεικόνισή της.
Λίγα χρόνια αργότερα, η αδερφή του Skene, Felicia, που είχε ακολουθήσει την οικογένεια στην Ελλάδα, κατέγραψε μια σκηνή της καθημερινής ζωής γύρω από την πηγή, όπου συγκεντρώνονταν όλοι οι κάτοικοι τα απογεύματα του καλοκαιριού, μόλις έπεφτε ο ήλιος. Οι γέροντες κάθονταν και κάπνιζαν, ακούγοντας τις συζητήσεις των γυναικών τους· ξυπόλητα παιδιά έτρεχαν στη λάσπη· νέες κοπέλες έρχονταν να γεμίσουν τις στάμνες τους με νερό, για την επόμενη μέρα. Η ίδια σημειώνει ότι το νερό αποτελούσε κοινό κτήμα όλων των κατοίκων.
Η υποτυπώδης πλατεία έγινε ο τόπος του πανηγυριού της εορτής της Παναγίας, κάθε Δεκαπενταύγουστο. Η εκκλησία βρισκόταν εξάλλου σε ελάχιστη απόσταση, στη θέση όπου υψώνεται η νεώτερη. Η πρώτη μαρτυρία για το γλέντι στην πλατεία ανάγεται στο 1841 και οφείλεται στη Δανή Χριστιάνα Λυτ, τη σύζυγο του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, που παραθέρισε εκείνο το καλοκαίρι στο Μαρούσι. Στο ημερολόγιό της περιγράφει λεπτομερώς τον χορό στην πλατεία:
«Ήταν πολύς κόσμος. Στον κύκλο του χορού πήγαιναν πρώτα οι άντρες και μετά οι γυναίκες. Ο πρώτος κράταγε τη μια άκρη ενός μαντιλιού και ο δεύτερος την άλλη. Οι μουσικοί, κλαρινέτο και ένα μεγάλο τύμπανο, έπαιζαν χορευτικούς σκοπούς. Ο πρώτος χορευτής σειότανε, πηδούσε κι έκανε όλο και πιο πολλούς γύρους. Η φουστανέλα φούσκωνε γύρω του σαν ανοιχτή ομπρέλα και καθώς σήκωνε ψηλά τα χέρια του, τα φαρδιά άσπρα μανίκια έπεφταν ως τους αγκώνες και άφηναν να φαίνονται τα τριχωτά μελαχρινά μπράτσα του.
Όταν λαχάνιασε από τον χορό, άφησε το μαντίλι κι ο δεύτερος στον κύκλο συνέχισε τον ίδιο χορό. Ο υπόλοιπος κύκλος έκανε όμοιες κινήσεις, αλλά λιγότερο ζωηρές. Όσο πήγαινες προς τους τελευταίους χορευτές, αυτοί κουνιόνταν μπρος και πίσω στα ίδια τους τα βήματα και τα πρόσωπά τους είχανε μια αστεία σοβαρότητα. Όλ’ αυτό έμοιαζε μ’ ένα παρδαλό φίδι, που έστριβε την άκρη της ουράς του κι ήταν πιο πολύ παράξενο παρά ωραίο. Ήταν ένας κλέφτικος χορός, χορός ληστών …».
Εν τω μεταξύ, σε συμβόλαια της εποχής, η θέση χαρακτηρίζεται ήδη ως πλατεία, με το όνομα «πλατεία της βρύσεως», χωρίς αυτό να έχει θεσμοθετηθεί επίσημα. Έτσι τη συναντούμε στην αναγγελία της αγοράς ενός οικοπέδου του Νικολάου Χαϊμαντά επί της πλατείας, το 1849, το οποίο αγόρασε ο υδραίος Δημήτριος Θοδωράκης έναντι 690 δραχμών. Εκεί μάλιστα έκτισε κατοικία, την οποία αργότερα ενοικίαζε.

«Ολίγα χαλίκια επί της πλατείας Αμαρουσίου»
Το καλοκαίρι του 1859 διέμεινε στο Μαρούσι η Σουηδή Frederika Bremer, φιλοξενούμενη του πρέσβη της Σουηδίας στην Αθήνα, Karl von Heidenstam, που διέθετε εξοχική κατοικία στο πευκοδάσος του σημερινού Αμαλιείου Οικοτροφείου. Όπως γράφει, «όλος ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί στην αγορά, όπου υπήρχαν τρία καφενεία, γεμάτα από άντρες που κάπνιζαν, ντυμένοι με κόκκινες κάπες και λευκές φουστανέλλες. Ο χορός δεν συνοδευόταν από μουσικά όργανα, διότι είχε προηγηθεί κάποιο επεισόδιο και ο δήμαρχος τα είχε απαγορεύσει. Έτσι οι χορευτές προσπαθούσαν να συντονιστούν μόνον με το τραγούδι τους. Εν τω μεταξύ είχε βρέξει και το έδαφος είχε λασπώσει, κάνοντας τον χορό τους ακόμα πιο δύσκολο. Αυτό το τελευταίο μας δείχνει ότι η πλατεία δεν είχε ακόμα κάποιου είδους πλακόστρωση».
Ένα δημοσίευμα του 1868 στην εφημερίδα «Αυγή», την οποία εξέδιδε ο Μαρουσιώτης Φίλιππος Λούης επιβεβαιώνει ότι η πλατεία μετατρεπόταν κατά τον χειμώνα και τις βροχερές μέρες σε μικρό βάλτο. «Παρακαλούμεν θερμώς τον κύριον δήμαρχον Αθηναίων να διατάξη, όπως ρίψωσι ολίγα χαλίκια επί της πλατείας Αμαρουσίου, καθόσον οι φιλόκαλοι Αμαρουσιώται ούτε να διαβώσι δύνανται από του ενός εις το άλλο άκρον της βαλτώδους ήδη καταστάσης πλατείας». Η παράκληση απευθύνεται στον δήμαρχο Αθηναίων, διότι το Μαρούσι υπαγόταν τότε διοικητικά σε αυτόν.
Παρότι φτωχική και χωμάτινη, η πλατεία γνώρισε εκείνο το έτος ξεχωριστές στιγμές. Τον Μάιο του 1868, οι Μαρουσιώτες υποδέχτηκαν εδώ για πρώτη φορά τη βασίλισσα Όλγα, που είχε φτάσει πριν από λίγους μήνες στην Ελλάδα. Ο Γεώργιος και η Όλγα κατευθύνονταν προς την Κηφισιά, για να περάσουν εκεί τις πρώτες ζεστές μέρες του χρόνου, καθώς η δεκαεπτάχρονη βασίλισσα ανέμενε το πρώτο της παιδί. Όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα «Αυγή», στην είσοδο του χωριού τούς ανέμεναν ο νομάρχης Αττικής και ο δήμαρχος Αθηναίων, ο δημοτικός πάρεδρος Αμαρουσίου Γεώργιος Στάμου Λέκκας, οι ιερείς και όλοι οι κάτοικοι, ενώ το τοπικό σώμα της εθνοφυλακής είχε παραταχθεί μέχρι την πλατεία. Εκεί, ο δάσκαλος και ιεροδιάκονος Δημήτριος/Παναγιώτης Χαϊμαντάς εκφώνησε σύντομο λόγο. Η βασιλική οικογένεια και η ακολουθία της θα περνούσαν τακτικά από την πλατεία κατά τις επόμενες δεκαετίες, κατευθυνόμενοι προς την Κηφισιά και το Τατόι, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στην πλατιά δημοφιλία που έχαιρε στο Μαρούσι.
Το «Θηρίο» και το εμπόριο του νερού
Το Μαρούσι σημείωνε εν τω μεταξύ βήματα προόδου. Το 1871 ολοκληρώθηκε το Δημοτικό Σχολείο και το 1875 εγκαινιάστηκε ο νέος ναός της Κοιμήσεως, έργα και τα δύο του Δήμου Αθηναίων. Η εξέλιξη που άλλαξε άρδην τη ζωή του Αμαρουσίου ήταν η σιδηροδρομική σύνδεση με την Αθήνα, που άρχισε το 1885. Ο οικισμός ήταν αγαπητός σε Αθηναίους εκδρομείς και παραθεριστές ήδη από την εποχή του Όθωνα, αλλά το τρένο -το σκωπτικά γνωστό ως «Θηρίο»- έκανε τώρα την πρόσβαση στο Μαρούσι εύκολη, γρήγορη και οικονομική. Οι Αθηναίοι επισκέπτες άρχισαν πλέον να συρρέουν κατά εκατοντάδες, αναζητώντας δροσιά, περιπάτους στην αγροτική εξοχή και κάτι από την παλαιά ζωή του χωριού. Για την εξυπηρέτησή τους άνοιξαν στην πλατεία νέα καταστήματα, ιδρύθηκαν μικρά ξενοδοχεία και άρχισαν να βελτιώνονται εν γένει οι υποδομές του χωριού.
Το 1887 θεσμοθετήθηκε με βασιλικό διάταγμα το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο του Αμαρουσίου, με το οποίο κατοχυρώθηκε και επίσημα η πλατεία της πηγής ως τέτοια, χωρίς όμως να της δοθεί κάποιο όνομα. Ο Δήμος Αθηναίων, στην οποίο υπαγόταν ο οικισμός, εγκατέστησε μαρμάρινες κρήνες, μεταξύ των οποίων και τις σωζόμενες σήμερα στις πλατείες Κασταλίας και Ηρώων.
Το άριστης ποιότητας νερό της πηγής είχε αναδειχθεί σε ένα από τα κύρια θέλγητρα των επισκεπτών του οικισμού, οι οποίοι έρχονταν για να το γευτούν στα καφενεία που λειτουργούσαν γύρω από την πλατεία. Καθώς η Αθήνα μαστιζόταν μονίμως τότε από λειψυδρία, το νερό άρχισε να γίνεται αντικείμενο εμπορίου και να μεταφέρεται καθημερινά με πήλινες στάμνες στην πρωτεύουσα. Επιπλέον, είχε τη φήμη ότι ήταν εξαιρετικά υγιεινό και ευεργετικό για τον ανθρώπινο οργανισμό. Τη διακίνησή του φρόντιζε η άτυπη κοινοτική επιτροπή που εκλεγόταν από τους άνδρες κατοίκους, καθώς η πηγή αποτελούσε κοινή ιδιοκτησία όλων των Μαρουσιωτών.

Η Belle Époque του Αμαρουσίου
Ένα πλήθος από δημοσιεύματα των αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής μάς μεταφέρει το κλίμα που επικρατούσε στην πλατεία, με τα καφενεία, τα καταστήματα και τα μικρά ξενοδοχεία. Ο Κωνσταντίνος Χαϊμαντάς είχε ανοίξει ήδη από το 1883 ξενοδοχείο επί της πλατείας, το οποίο διαφήμιζε συνεχώς στον Τύπο, προβάλλοντας τις ανέσεις και την καλή κουζίνα του. Κοντά του λειτούργησε αργότερα το ξενοδοχείο «Πελοπόννησος», το κτίριο του οποίου σώζεται ακόμα στη συμβολή των οδών Θησέως και Δημητρίου Ράλλη.
Το καλοκαίρι και ιδίως κατά το πανηγύρι της Παναγίας, στην πλατεία γινόταν το αδιαχώρητο. Οι εφημερίδες διαμαρτύρονταν ότι ήταν μικρή και χρειαζόταν επέκταση. Αλλά και στις εκλογικές αναμετρήσεις, που τότε ήταν αρκετά συχνές, οι υποψήφιοι βουλευτές Αττικής ή δήμαρχοι Αθηναίων επισκέπτονταν την πλατεία για να μιλήσουν στους οπαδούς τους· ενίοτε δε άναβαν τα αίματα μεταξύ των αντιπάλων και συνέβαιναν διάφορα παρατράγουδα.
Το 1901 το νερό της κρήνης κινδύνευσε να χαθεί, πιθανώς από μια μετατόπιση της φλέβας του. Η Κοινότητα τότε κινήθηκε δραστήρια και αποκατέστησε τη ροή του. Το εμπόριό του είχε κορυφωθεί και διαφημιζόταν συστηματικά στον Τύπο. Ακόμη και η Βουλή των Ελλήνων διέθετε ετήσιο κονδύλι για την προμήθειά του. Η καθημερινή ζωή της πλατείας άρχιζε με τους νερουλάδες που έσπευδαν αξημέρωτα να γεμίσουν τις στάμνες τους και να ξεκινήσουν με τα κάρα και τις σούστες για την Αθήνα. Οι πρώτες φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ που έχουμε από αυτή την εποχή, μας δείχνουν κατοίκους και επισκέπτες να ποζάρουν δίπλα στη μαρμάρινη κρήνη, με τη σοβαρότητα που επέβαλε τότε το σπάνιο γεγονός μιας φωτογραφικής λήψης.
Τα μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας 1912-1922 -Βαλκανικοί Πόλεμοι, Εθνικός Διχασμός, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή- αναστάτωσαν τη ζωή του οικισμού. Στην ανώνυμη πάντα πλατεία, οργισμένοι φιλοβασιλικοί Μαρουσιώτες προπηλάκισαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο ένα απόγευμα του 1916, καθώς επέστρεφε από την Κηφισιά προς την Αθήνα. Μετά το 1917 συνέβησαν εδώ αιματηρά επεισόδια μεταξύ φανατικών αντιβενιζελικών και Κρητών χωροφυλάκων. Παρόλα αυτά, η κίνηση των Αθηναίων επισκεπτών δεν σταμάτησε ποτέ, όπως και το εμπόριο του νερού στην πρωτεύουσα.
Από το χωριό στην πόλη
Η επίσημη ονοματοδοσία της πλατείας το 1926 είναι χαρακτηριστική της ζωής του Μεσοπολέμου στο Μαρούσι, το οποίο αποτελούσε πλέον μικρή πόλη και είχε επιτέλους αναδειχθεί σε ανεξάρτητη Κοινότητα – μόλις πριν από ένα χρόνο. Ο πληθυσμός του είχε διπλασιαστεί με την έλευση των μικρασιατών προσφύγων.
Οι Αθηναίοι και άλλοι «ξένοι» που είχαν δημιουργήσει τη συνοικία δυτικά των γραμμών του τρένου, συμμετείχαν ενεργά στα κοινά και συχνά έρχονταν σε έντονες αντιπαραθέσεις με τους πιο συντηρητικούς γηγενείς. Τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους: στην πλατεία Κασταλίας σημειώθηκε το ίδιο εκείνο έτος ο φόνος ενός περαστικού, από πυροβολισμούς στη διάρκεια καταδίωξης με αυτοκίνητα.
Το εμπόριο του νερού γνώριζε τις τελευταίες στιγμές του. Σύμφωνα με τον Οδηγό της Κοινότητος, του 1928, καθημερινά μεταφέρονταν στην Αθήνα 4.000 πήλινες υδρίες, που γεμίζονταν από την κρήνη και τις βοηθητικές βρύσες της πλατείας. Η Κοινότητα μεριμνούσε διαρκώς για τη διακίνησή του· το 1931 παρήγγειλε μάλιστα ένα εκατομμύριο καπάκια για τη σφράγιση των υδριών σε γερμανικό εργοστάσιο, ποσότητα ενδεικτική του κύκλου εργασιών. Ωστόσο, η ολοκλήρωση του φράγματος του Μαραθώνα και η έναρξη της υδροδότησης της Αθήνας από την εταιρεία Ούλεν, έθεσε τέλος σε αυτή δραστηριότητα και τους θρυλικούς νερουλάδες.
Μετά την τελετή του 1926, τοποθετήθηκε στην κορυφή της κρήνης της πλατείας γύψινο αντίγραφο του ρωμαϊκού αγάλματος της Αρτέμιδος των Βερσαλλιών. Το άγαλμα αυτό επικράτησε εσφαλμένα να θεωρείται ως η Αμαρυσία Άρτεμις, παρόλο που δεν έχει καμία σχέση με την ίδια, και κατέστη εντέλει σύμβολο της πόλης. Από την τοποθέτησή του, έγινε αγαπημένο θέμα των φωτογράφων και ιδίως του Κυριάκη, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα δίπλα στην πλατεία και εξέδωσε πολλές, δυσεύρετες σήμερα, φωτοκάρτες με αυτό το θέμα.
Η πλατεία επιστρώθηκε το 1927 με μπετόν, μάλλον για πρώτη φορά. Η μικρή της έκταση εξακολουθούσε να προκαλεί διαμαρτυρίες και το 1936 αποφασίστηκε εντέλει η διεύρυνσή της προς τα ανατολικά, με την απαλλοτρίωση και κατεδάφιση σειράς οικημάτων. Το έργο υλοποιήθηκε ωστόσο μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή, όπως και η διαπλάτυνση της οδού Βασιλίσσης Σοφίας.

Το παρόν και το υδάτινο παρελθόν
Μεταπολεμικά, η πλατεία Κασταλίας παρέμεινε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής του Αμαρουσίου, μαζί με την οδό Ερμού. O καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Γιώργος Σαρηγιάννης έχει καταγράψει σε άρθρο του στα Πρακτικά του 8ου Συμποσίου Ιστορίας και Λαογραφίας της Αττικής την εικόνα της στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με όλα τα καταστήματα που την περιέβαλαν. Το παλιό ξενοδοχείο του Χαϊμαντά παρέμενε το πιο ψηλό κτήριο ανάμεσά τους.
Στα χρόνια της δικτατορίας κόπηκαν τα μεγάλα πλατάνια που σκίαζαν τον χώρο και αργότερα ξηλώθηκε και πετάχτηκε η ιστορική μαρμάρινη κρήνη, αφού σφραγίστηκε η πηγή. Η κρήνη επανατοποθετήθηκε το 1986, με πρωτοβουλία της τότε δημοσιογράφου της «Αμαρυσίας» Θέμιδος Μαυραντή. Η σημερινή της θέση δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην αρχική, που βρισκόταν πλησιέστερα στον δρόμο. Η πλατεία γνώρισε νέες ανακαινίσεις επί δημαρχίας Παναγιώτη Τζανίκου και Γεωργίου Πατούλη, οπότε επανατοποθετήθηκε μικρό άγαλμα στην κορυφή της κρήνης. Η τελευταία έχει σήμερα διακοσμητικό χαρακτήρα και το νερό που ρέει από τις λεοντοκεφαλές της δεν είναι πόσιμο. Η φλέβα του περίφημου νερού της ίσως εξακολουθεί να κυλά υπογείως.
Η ιστορική πλατεία έχει σήμερα το πλεονέκτημα να μην περιβάλλεται από πολυώροφα κτίσματα και να προσφέρει μια ανάσα στο πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον. Νέα πλατάνια έχουν δημιουργήσει σκιερές γωνίες, ενώ η ιστορική κρήνη με το άγαλμα ανακαλεί την ιστορία του χώρου. Ορισμένα από τα γύρω καταστήματα έχουν τις απαρχές τους στην εποχή που δόθηκε το όνομα Κασταλία – κάποια με τους απογόνους των τότε ιδιοκτητών τους.
Το 2010, όταν κατεδαφίστηκαν τα παλαιά κτίσματα της κάτω πλευράς της πλατείας, η Αρχαιολογική Υπηρεσία εντόπισε αρχαιότητες, σε μεγάλο βάθος από την επιφάνεια του εδάφους. Στις ανασκαφές που ακολούθησαν βρέθηκαν μεταξύ άλλων αγωγοί νερού της κλασικής αρχαιότητας και ίχνη από προϊστορικές καλύβες που χρονολογήθηκαν στην τελική νεολιθική περίοδο, δηλαδή μεταξύ του 4.500-3.200/3.000 π.Χ.
Αυτά τα ευρήματα συνιστούν την αρχαιότερη μαρτυρία για την παρουσία του ανθρώπου στη γη της πόλης μας. Τους προϊστορικούς οικιστές δεν μπορεί να τους έφερε εδώ κάτι άλλο από το νερό. Κάποια πηγή τροφοδότησε τότε τον μικρό οικισμό τους· δεν θα μάθουμε ποτέ αν ήταν η ίδια που αξιοποίησαν οι αρχαίοι Αθμονείς την κλασική εποχή και οι νεώτεροι κάτοικοι, από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και έπειτα. Βέβαιο είναι ότι η πλατεία Κασταλίας γεννήθηκε χάρη στο νερό και έχει μια μακρά υδάτινη ιστορία, με βαθιές καταβολές πίσω στον χρόνο.







































































































