Κι εγώ η ηλίθια… Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΚΥΠΡΙΟΣ, η μητέρα Μαρουσιώτισσα. Μετά την Κατοχή δεν είχε μείνει λίθος επί λίθου στην Ελλάδα. Μόνο οι μαυραγορίτες, οι δωσίλογοι και οι «έξυπνοι νοικοκυραίοι» καλοστέκονταν, αφού είχαν επωφεληθεί (!!!) από όλη αυτήν την Τραγωδία. Με παντοδύναμο εργαλείο τον κλεμμένο πλούτο του «κοσμάκη» και «εφαλτήριο» τα πτώματα των Απροσκύνητων Ελλήνων Αγωνιστών, αναρριχήθηκαν σε όλων των λογιών τις εξουσίες. Ο… «κοσμάκης» βεβαίως, εξακολουθούσε να θρηνεί για τις πληγές του και να μετράει τις μπουκιές του. Ανάμεσά τους και η δική μου οικογένεια…
ΤοποΓράφει η Θέµις Μαυραντή
ΟΙ ΑΓΓΛΟΙ έχοντας… «υπ’ όψιν!» τον Εμφύλιο που θα ακολουθούσε, πρότειναν στους Κύπριους να τους μεταφέρουν δωρεάν στο νησί τους για «6 μήνες», να δουν τους δικούς τους και να τους ξαναφέρουν πίσω επίσης δωρεάν. Η Κύπρος τότε ήταν αποικία τους, οι Κύπριοι έφεραν την αγγλική υπηκοότητα, και μ’ αυτό το κόλπο, τους προφύλαξαν από το τεκταινόμενο μακελειό που ερχόταν. Οι «6 μήνες» ήταν το δέλεαρ. Μετά την αποβίβαση στο νησί «ξεχάστηκε» η υπόσχεση. Έτσι, η οικογένειά μου έζησε 5 χρόνια ξεριζωμού από το Μαρούσι, το σπιτικό, το όποιο βιός είχε απομείνει.
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ πήγα σχολειό στο χωριό του μπαμπά. Κατεχόμενο τώρα. Οι κάτοικοι ελάχιστοι, τα παιδιά επίσης και κάναμε μάθημα όλες οι τάξεις μαζί σε μία αίθουσα. Εκεί, ως Ελληνόπουλο, με είχαν σαν κάτι… σημαντικό, γι αυτό και τα παιδιά των μεγάλων τάξεων επεδίωκαν να παίζω μαζί τους. Μια μέρα λοιπόν, γινόταν καυγάς διότι δεν ήθελαν στο παιχνίδι την Αντρικκού, κι ας ήταν μεγάλη. Όταν ρώτησα γιατί και η απάντηση ήταν «γιατί είναι φτωχιά», άρχισα στο ξύλο αυτήν που το ξεστόμισε. Έγινε φασαρία, μου είπε ο δάσκαλος να μην το ξανακάνω και δεν το ξανάκανα γιατί δεν χρειάστηκε…
ΔΕΥΤΕΡΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, στο Βαρώσι πια. Μια υπέροχη, παραθαλάσσια πλούσια νέα μεγαλούπολη. Κατεχόμενη κι αυτή σήμερα. Εδώ, τα σχολεία ήταν… κανονικά και η ζωή τελείως διαφορετική από εκείνην του χωριού. Στη Δευτέρα όμως του Δημοτικού, ο δάσκαλος έβριζε «τσούρες» (κατσίκες) όσες ήθελε να… επαναφέρει στην τάξη. Μια μέρα, κάποιο παιδί κάτι έκανε, ο δάσκαλος τα έβαλε με τη διπλανή μου, εγώ την υπερασπίστηκα γιατί δεν ήταν αυτή η άτακτη, εκείνος μου είπε « εσού ρα τσούρα να κοιτάς τη δουλειά σου», κι επειδή δεν μπορούσα να τον… δείρω κι αυτόν, πήρα τη σάκα μου στο διάλειμμα κι έφυγα. Πήγα σπίτι, είπα στη μαμά το συμβάν, της έκανα τη δήλωση « εγώ σ’ αυτό το σχολείο δεν ξαναπάω» κι ΕΚΕΙΝΗ που ήθελε «αυτό» το παιδί να παραμείνει έτσι, με έγραψε σε άλλο σχολείο.
Τελικώς, το συμπέρασμα είναι: Μη μου Αδικήσεις ΠΑΙΔΙ!!!
ΗΡΘΑΜΕ ΣΤΟ ΜΑΡΟΥΣΙ και γράφτηκα στην Ε΄ τάξη στο 1ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ με Δάσκαλο, τον σπουδαίο εκείνο Άνθρωπο, τον Ευάγγελο Δούση. Υπήρχαν πολλά φτωχά παιδιά στην τάξη, όμως ένα απ’ αυτά δεν είχε ούτε την απαραίτητη μπλε ποδιά του σχολείου. Παρακάλεσα τη μαμά και της ράψαμε εμείς μία. Εν ολίγοις: Μην αντιληφθώ στερημένο παιδί…
Πέρασαν τα χρόνια, έγινα μάνα, και η κόρη μου πήγε στα ίδια σχολεία με μένα. Στο Νηπιαγωγείο, η νηπιαγωγός της μου είπε μια μέρα: «Αν είχαμε χρήματα, θα κάναμε με τα παιδιά αυτό κι αυτό κι αυτό…». Τότε με επιστολές, κάλεσα τους γονείς να φτιάξουμε το «Σύλλογο Γονέων Κηδεμόνων και Φίλων» του Νηπιαγωγείου μας για τα επόμενα νήπια, όπερ και εγένετο. Με τις πιέσεις μας δε, αποκτήσαμε νέο ιδιόκτητο Νηπιαγωγείο, στην ανατολική πλευρά των Δημοτικών.






































































































