«Η σφεντόνα». Καλώς ανταμώνουμε ξανά αγαπημένοι συνταξιδιώτες, στους 2012 Κύκλους, όπου το Όνειρο σμίγει Ερωτικά με τη Ζωή και γεννούν τις Άνοιξες και τα Καλοκαίρια, τις Ανατολές και τα Βασιλέματα των αστεριών του ουρανού, τα χρώματα, τα αρώματα, τους αχειροποίητους ρυθμούς και τις μελωδίες του νερού και του ανέμου. Ευλογημένα να ’ναι και τα δυο, γιατί χωρίς Έρωτα και δίχως Όνειρα ο βίος θα ήταν «αβίωτος».
ΠεριΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Το τραγούδι της σημερινής μας επαφής, είναι «Η σφεντόνα» και μου το ζήτησε ο «Snooker» τον οποίο ευχαριστώ θερμότατα για ό,τι μου «φόρτωσε» ως χρέος σε τούτο το ταξίδι…..
«Η Σφεντόνα»
Στίχοι – Μουσική – Τραγούδι Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Σαράντα χρόνια έφηβος: κοντά μισόν αιώνα.
Το Καλοκαίρι άσπριζα, μαύριζα το Χειμώνα.
Σαράντα χρόνια είμ’ ώριμος ξεφτίλας Δον Κιχώτης,
σαράντα χρόνια γκόμενος, σαράντα χρόνια πότης.
Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό Τετάρτη μεσημέρι,
γιατρός δε με ξεπέταξε, μα… μιας μαμής το χέρι.
Οι συγγενείς μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι,
«πώς είναι έτσι το παιδί, και τι μεγάλη μύτη!»….
Νάνι-νάνι, το παιδί να κάνει, νάνι-νάνι και παρήγγειλα,
νάνι-νάνι στην πόλη τα προικιά του,
και τα χρυσαφικά του τα παρήγγειλα.
Νάνι-νάνι κι όπου το πονεί να γιάνει.
Νάνι-νάνι, νάνι-νάνι του.
Μα εγώ από τον ύπνο μου, την έκανα κοπάνα.
Έπαιρνα τη σφεντόνα μου, σημάδευα αεροπλάνα.
Και πάνω στο καλύτερο, με ξύπναγαν με βία,
για να μ’ αποκοιμίσουνε δασκάλοι στα θρανία.
Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα κι είχα μυαλό ξουράφι,
να μεγαλώσω ξέχασα και έμεινα στο ράφι.
Έτσι, για πάντα κράτησα την παιδική εικόνα,
εκείνου του αλητάμπουρα που κράταγε σφεντόνα.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο.
Μικρό-μικρό σού το ’δωσα, άρχοντα φέρε μου το,
κρύψε και τη σφεντόνα του, φρόνιμο κάνε μου το.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε, συμμαθητή, θαμώνα,
μαζί μου απόψε έφερα εκείνη τη σφεντόνα.
Μην πάει ο νους σου στο κακό, πουλιά δε θα χτυπήσω!
Με κότσυφες και πέρδικες, τι έχω να χωρίσω;
Στα παιδικά μας όνειρα θα σας εκσφενδονίσω,
με χρώματα και μουσικές θα σας τα τραγουδήσω.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε, συμμαθητή, θαμώνα,
απόψε που βρεθήκαμε, Σου Δίνω Τη Σφεντόνα.







































































































