Η συζήτηση που ξεκίνησε τελευταίως, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να δημιουργήσει κέντρα προσωρινής φιλοξενίας παράνομων μεταναστών στην Αττική και στις άλλες περιφέρειες της χώρας, μάλλον θα κρατήσει αρκετά και θα δημιουργήσει πολλαπλές εντάσεις στις τοπικές κοινωνίες και όχι μόνο. Εξάλλου, το θέμα της μετανάστευσης που, μαζί με πολλά άλλα, οι ελληνικές κυβερνήσεις το χειρίστηκαν στη λογική τού «βλέπουμε και κάνουμε» ή ακόμη χειρότερα το άφησαν στη μοίρα του, επανέρχεται στο προσκήνιο με μεγαλύτερη ένταση.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Υπάρχει, μάλιστα, μια μερίδα αναλυτών που εκτιμά ότι, ελλείψει άλλων πεδίων αντιπαράθεσης, οι κομματικές δυνάμεις του τόπου θα αναδείξουν, στο αμέσως επόμενο διάστημα, τα θέματα ασφάλειας των πολιτών (άρα και της μετανάστευσης) σε πρώτιστη προτεραιότητα. Το πώς θα γίνει αυτό θα φανεί στην πορεία, αν και τα πρώτα δείγματα γραφής μόνο ευοίωνα δεν θεωρούνται.
Είναι αλήθεια και δυστυχώς επιβεβαιώνεται και ιστορικά, ότι σε περιόδους μεγάλων οικονομικών κρίσεων, τις οποίες οι εκάστοτε εξουσίες είτε δεν θέλουν, είτε δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, οι κοινωνίες ρέπουν προς τον απομονωτισμό, αποκτούν ρατσιστικά αντανακλαστικά και παρασύρονται σε εύκολες και ισοπεδωτικές κριτικές κατά των των αλλοεθνών που ζουν στη χώρα τους. Οι τάσεις αυτές υποδαυλίζονται στο μέγιστο βαθμό από ξενοφοβικά κόμματα (δυστυχώς δεν λείπουν και από την Ελλάδα) και, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να οδηγήσουν σε μαζικούς διωγμούς και άλλες βιαιότητες κατά των μεταναστών. Για μεμονωμένες περιπτώσεις βίας δεν κάνουμε λόγο, αφού τέτοιες καταγράφονται με αυξημένη συχνότητα.
Αλλά και οι λεγόμενες «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις δεν υστερούν λιγότερο σε ευθύνες για το πολύ αρνητικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί σε ό,τι αφορά στο θέμα της μετανάστευσης. Η ανικανότητα κάποιων από αυτές να δημιουργήσουν το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και τις απαραίτητες υποδομές, προκειμένου να «απορροφήσουν» ομαλά τα κύματα των νόμιμων μεταναστών που, μοιραία, εισέρχονται στη χώρα, αλλά και να αστυνομεύσουν αποτελεσματικά τα σύνορα της χώρας, αποτρέποντας την είσοδο παράνομων μεταναστών, «ρίχνουν νέο λάδι στη φωτιά».
Από την άλλη, κάποιες άλλες «προοδευτικές» δυνάμεις σπεύδουν να υπερασπιστούν τα «δικαιώματα» όλων των μεταναστών, ακόμη κι αυτών που αποδεδειγμένα έχουν προβεί σε κάποιας μορφής εγκληματική ενέργεια, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο το «κουβάρι» της ιστορίας και «κουβαλώντας νερό στον μύλο» των ακροδεξιών οργανώσεων.
Οι τελευταίες, πολλές φορές υπό τα χειροκροτήματα πολιτών, αναλαμβάνουν να «καθαρίζουν» γειτονιές από τα… αποβράσματα, να φρουρούν πλατείες, να περιπολούν τις νύχτες κ.ο.τ. Και ο φαύλος κύκλος της βίας και της παραφροσύνης καλά κρατεί…
Αναμφίβολα, μια απλή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας (το πρόσφατο ρεπορτάζ του «Der Spiegel» από το κέντρο της πόλης είναι αποκαλυπτικό) αρκεί να πείσει και τον πλέον ανεκτικό πολίτη ότι η κατάσταση έχει φθάσει στο απροχώρητο. Όμως, αυτό δεν δικαιολογεί ούτε την προσφυγή στην εύκολη λύση των «εκκαθαριστικών επιχειρήσεων» της Αστυνομίας, ούτε πολύ περισσότερο στη δημιουργία πολιτοφυλακών από δήθεν «αγαναχτισμένους» πολίτες.
Τα κέντρα προσωρινής φιλοξενίας μεταναστών θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν μια λύση για την καλύτερη διαχείριση του παράνομου μεταναστευτικού ρεύματος προς τη χώρα μας, τουλάχιστον μέχρις ότου δοθεί στο πρόβλημα μια οριστική λύση. Η απόφαση δε του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής για δημιουργία τριών τέτοιων κέντρων στην Αττική είναι μια ελπιδοφόρα κίνηση, η οποία θα πρέπει ν’ ακολουθηθεί και από άλλες περιφέρειες. Και στο σημείο αυτό, οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης έχουν καθήκον να ενημερώσουν σχετικά τις τοπικές κοινωνίες προκειμένου να αποφευχθούν άσκοπες κινητοποιήσεις, που μόνο να εκθέτουν την εικόνα της Ελλάδος διεθνώς θα καταφέρουν.
Εξάλλου, είναι ευθύνη και των αιρετών της Αυτοδιοίκησης το γεγονός ότι τα Τοπικά Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών μόνο σε ελάχιστους ΟΤΑ λειτούργησαν και πάντως, η μέχρι σήμερα εφαρμογή τους πόρρω απέχει από τα όσα είχε στον νου του ο νομοθέτης που σχεδίασε τον «Καλλικράτη».
Μα πάνω και πέρα από όλα αυτά, το να αντιμετωπίζουμε τον μετανάστη, νόμιμο ή παράνομο, με τρόπο ανθρώπινο, είναι χρέος απέναντι στον Πολιτισμό μας, το οποίο ούτε «κουρεύεται», ούτε δυνάμεθα να το αρνηθούμε, ακόμη και σε περιόδους βαθιάς οικονομικής κρίσης.







































































































