Από το τραπέζι του Παππούλη έλειπε πάλι το κορίτσι. Αυτό είχε έρθει νωρίτερα, χαιρέτησε με ολόιδια παγωμένη ματιά και με χαμόγελο χωρίς χαμόγελο, όλα τα αγόρια και απευθύνθηκε στον παππού, επαναλαμβάνοντας άχρωμα τη γνωστή φράση του: «Εγώ λέω σε όλα όχι..». Αυτό είπε και έφυγε.
Τώρα, γύρω από το τραπέζι επικράτησε νευρική σιωπή. Λες και όλοι είχαν μπροστά τους επάνω στο τραπέζι έναν, μισοπεθαμένο, που ήρθαν όχι για να προσπαθήσουν να τον ξαναφέρουν στη ζωή αλλά για να τον αποτελειώσουν, καθηλωμένοι, ακίνητοι, δεμένοι στην «καρέκλα» τους, και με το φόβο διάχυτο, μήπως αν σηκωθούν έστω και για λίγο από αυτήν, θα τους την αρπάξει ο διπλανός μου.
Ο Παππούλης έσπασε γελαστός την αγωνιώδη σιωπή. Οι πόρτες είχαν κλείσει και στην αίθουσα έμειναν μόνο αυτά τα παιδάκια και ο παππούς. Σε λίγο άρχισαν να μιλούν σοβαρά, να επιχειρηματολογούν, να ζητούν, να απαιτούν, να διεκδικούν, να προσβάλουν και να συκοφαντούν το ένα το άλλο -βλέπεις ήταν παιδάκια- να προτείνουν κάποιες λύσεις στο σοβαρό πρόβλημα που προσπαθούσαν να λύσουν, να υποχωρεί το ένα, να διαφωνεί το άλλο, να επιτίθεται το τρίτο, να κακολογεί το επόμενο, να πασχίζει να εξομαλύνει την κατάσταση εκείνο το ήρεμο με τ’ άσπρα μαλλιά που μιλούσε αργά και πειστικά, να πεισμώνει και να επιμένει ο μικρός… Έκαναν διακοπή για να πιει ο Παππούλης δύο παυσίπονα μαζί σφίγγοντας το κεφάλι του. Κουρασμένοι όλοι, ηρέμησαν λίγο. Όμως μόνο για λίγο και ξανά από την αρχή. Πιο μεγάλη ένταση τώρα. Φωνές οργής. Τα χαρτιά βουνό στο τραπέζι, οι προτάσεις, οι αποδείξεις, τα προγράμματα… Και οι ώρες να κυλούν βαριές και σημαδεμένες από σκληρά λόγια ειπωμένα με σφιγμένα χείλη που έσταζαν χολή. Είπαμε παιδάκια ήταν… τι να περιμένει κανείς; Διαφωνούσαν όλα, για όλα τα θέματα. Τα δύο μαζί δεν επαρκούσαν να λύσουν αυτό το σοβαρό πρόβλημα που συζητούσαν. Χρειαζόταν και η συμμετοχή του μικρού της παρέας. Αλλά ο μικρός, που έγινε ξαφνικά μεγάλος, θαυμάζοντας τον εαυτό του… «σφύριζε κλέφτικα».
Στο τέλος ο Παππούλης συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα για κάποια συμφωνία, για ένα καλό αποτέλεσμα. Οι ώρες συζητήσεων και ανταλλαγής απόψεων, δεν οδήγησαν πουθενά. Αντίθετα, η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, μέχρι που ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι αυτή η σύσκεψη ή καλύτερα αυτή «η παιδική χαρά», πρόσβαλε, μείωνε και υποβάθμιζε, τον ίδιο, τα παιδιά, αλλά κυρίως τον τόπο που ζούσαν δηλαδή, την πατρίδα μας. Με κομμένη ανάσα παραδέχτηκε ότι η λύση δεν υπήρχε. Καλύτερο θα ήταν να δώσει το σύνθημα «τους ζυγούς λύσατε…». Κι έτσι έκανε.
Η αίθουσα άδειασε μέσα σε λίγη ώρα. Τα παιδιά της ατολμίας και της ντροπής εξαφανίστηκαν τρέχοντας, και το καθένα περήφανο ότι έπραξε το καθήκον του σωστά. Βλέπεις παιδιά ήταν. Πώς να συμφωνήσουν; Αν ήταν σώφρονες άνθρωποι με λογική και σύνεση, εμπιστοσύνη, θέληση, φιλοπατρία, και αξιοπρέπεια, θα συζητούσαν το τόσο σοβαρό θέμα τους διαφορετικά, και θα κατέληγαν σε κάποια σωστή λύση. Δεν θα σπαταλούσαν αμέτρητες πολύτιμες ώρες με τα δύο προσφιλή παιχνίδια τους, δηλαδή, αυτό «της καρέκλας» και το άλλο «της παπαρολογίας»… όπως έκαναν τώρα.
Είχα καθίσει στα σκαλοπάτια του Παππούλη σκεφτική.
Τότε ήταν που είδα να έρχονται βιαστικά προς το σπίτι τέσσερα παιδιά έχοντας στη μέση τον αρχηγό τους. Ήταν από εκείνα τα άτακτα παιδιά που πολλά αλλά τα απέφευγαν. Μόλις με πλησίασαν, προηγήθηκε ένα παιδί, στάθηκε μπροστά μου και φώναξε: «Εγέρθητι… έρχεται ο αρχηγός…». Σηκώθηκα και χαμογελώντας πικρά σκέφτηκα: «Εγώ «εγέρθηκα»… Άραγε η Ελλάδα μας θα εγερθεί ποτέ;…»







































































































