Αυτές τις ημέρες βλέπω πολύ συχνά μία παρέα έξι παιδιών, πέντε αγόρια κι ένα κορίτσι, να παίζουν ασταμάτητα διάφορα ζωηρά και επικίνδυνα παιχνίδια στο σπίτι του Παππούλη. Και δεν είναι μόνο αυτά τα έξι παιδιά. Είναι και αρκετά άλλα ακόμη, μόνο που αυτά τα άλλα δεν μπορούν να μπουν στο σπίτι ή γιατί δεν τα πίστεψαν και δεν τα συμπάθησαν όσο έπρεπε, ή γιατί ήταν άτακτα και επιθετικά και φοβήθηκε ο παππούλης μήπως του καταστρέψουν τα έπιπλα και τον κήπο.
Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη-Σιακή
Τα έξι παιδιά μπαινοβγαίνουν κάθε μέρα στο σπίτι, μετά από πρόσκληση του παππού, και συζητούν κάτι πολύ σοβαρό. Άλλες φορές ένα-ένα σα να κάνουν σκυταλοδρομία και άλλες φορές όλα μαζί, αν και μένουν μόνο τα αγόρια, αφού το κοριτσάκι με τα στρογγυλά γυαλάκια, δεν θέλει με τίποτα να μείνει, και μπαίνοντας στην αίθουσα λέει στον παππού πριν ακούσει τις ερωτήσεις του: «Η απάντησή μου είναι σε όλα όχι…». Δύσκολο παιδί.
Έτσι λέει και φεύγει, περπατώντας αργά-αργά όπως μία πάπια που βγήκε περίπατο στο γρασίδι.
Την τελευταία φορά που συγκεντρώθηκαν τα παιδιά αυτά στο σπίτι του Παππούλη, είδα ότι κάθισαν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι.
Ο παππούς πήρε την επίσημη θέση στην κεφαλή του τραπεζιού. Δεξιά του είχε ένα ψηλόλιγνο αγόρι με γυαλιά, φανερά ψυχρό και κατσουφιασμένο.
Δίπλα σ’ αυτό καθόταν ένα πολύ χοντρό παιδί που σίγουρα έτρωγε όλο το φαΐ του, και όπως το έβλεπες λίγο αγριεμένο, φοβόσουν ότι ήταν έτοιμο να φάει και τον παππού.
Αυτοί οι δύο κοιτάζονταν εχθρικά στα κρυφά, αλλά μόλις συναντιούνταν οι ματιές τους, χαμογελούσαν σαν φίλοι απ’ τα παλιά.
Δίπλα σ’ αυτό το παιδί, αμήχανο μισοκαθόταν στην καρέκλα του, το πιο μεγάλο αγόρι της παρέας, που -παράξενο πράγμα- είχαν ασπρίσει πρόωρα τα μαλλιά του. Κοίταζε γύρω του και προσπαθούσε να πείσει ότι νιώθει ευχάριστα, χαμογελώντας αχνά στους φωτογράφους.
Είχε την έκφραση ειρηνοποιού, παιδιού που ψάχνει λύσεις σωτηρίας, αγάπης, ειλικρίνειας… ήταν άραγε έτσι;
Τώρα, από την αριστερή πλευρά του τραπεζιού, με μεγάλη άνεση στις κινήσεις του, και στριφογυρίζοντας το κεφάλι παντού στο χώρο, είχε καθίσει ο βενιαμίν της παρέας. Ήταν ένα μικρό παιδί με μάτια που γυάλιζαν παράξενα, και με χείλη σφιγμένα γεμάτα πείσμα αλλά και φιλοδοξία που σίγουρα του έδινε το νεαρό της ηλικίας του.
Η όλη εικόνα του ήταν σα να έλεγε με αλαζονεία: «Δοξάστε με! Είμαι ο πιο μικρός της παρέας και ο πιο άπειρος αλλά… σας την έφερα… Από τώρα και στο εξής απαιτώ σεβασμό. Μη μετράτε τα χρόνια μου. Να μετράτε τα «κουκιά» που φύγαν από ‘σας και ήρθαν σε μένα..». Βέβαια εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω για ποια «κουκιά» μιλούσε, και περίμενα να δω τι θα έκαναν όλα αυτά τα παιδιά.
Δίπλα στο μικρό καθόταν ακόμα ένας χοντρούλης. Αυτό το παιδί είχε μία παράξενη έκφραση, μία μυστικοπάθεια. Έδινε την εντύπωση ότι κάτι σκεφτόταν. Ίσως κάποια απρόβλεπτη πονηριά! Με μία φράση, αυτό το χοντρό παιδί, δυσκολευόσουν να διαβάσεις τι σκέπτεται, πού το πάει, κι αν θ’ αποκαλύψει τις σκέψεις του.








































































































