Αυτή η «συρρίκνωση της ιδιωτικής κοινωνίας» υπέρ του πολιτικού κράτους θα αντιστραφεί με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Προηγήθηκε η πολιτιστική επανάσταση και τα κινήματα νεολαίας των δεκαετιών 1960 και 1970, τα οποία επέφεραν σφοδρό πλήγμα στη μορφή του κράτους που γεννήθηκε μέσα από την κρίση του 1929 και άνθισε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διπλή επίθεση εναντίον του μεταπολεμικού κράτους και των ιδεών και νοοτροπιών του κρατισμού, τόσο από ριζοσπαστικές θέσεις (κινήματα νεολαίας) όσο και από συντηρητικές (νεοφιλελευθερισμός), άνοιξε μια νέα εποχή για την Κοινωνική Οικονομία.
Τις δεκαετίες του 1960 και 1970, η Κοινωνική Οικονομία αναγεννήθηκε στο χώρο που ανέδειξαν τα κινήματα νεολαίας από τις χιλιάδες πρωτοβουλίες ανθρώπων οι οποίοι ήθελαν να πραγματώσουν άμεσα την ελευθερία τους, να πειραματιστούν με εναλλακτικούς θεσμούς, διαφορετικούς ή και αντίθετους με εκείνους του κοινωνικού κράτους.
Τη δεκαετία του 1970, ενώ τα κινήματα ηττήθηκαν ή υποχώρησαν, την ίδια εποχή ακριβώς προσφέρθηκε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό έδαφος για τις δομές κοινωνικής οικονομίας που είχαν ξεπηδήσει σε κινηματικά πλαίσια.
Η Κοινωνική Οικονομία κλήθηκε να υποκαταστήσει το κράτος πρόνοιας το οποίο αποσυντίθετο κάτω από το βάρος των δικών του αντιφάσεων και εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Νέες αγορές είχαν δημιουργηθεί γύρω από τις ευαισθησίες τις οποίες είχαν αναδείξει τα κινήματα νεολαίας το ενδιαφέρον για το περιβάλλον, την υγιεινή διατροφή ή κάπου και κάπου και για τους λαούς του τρίτου κόσμου ήταν ψηλά στις προτεραιότητες των ραγδαία αναπτυσσόμενων νέων μεσοστρωμάτων τα οποία εν πολλοίς είχαν την καταγωγή τους στα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και αναφέρονταν στην υπεράσπιση της «διαφοράς», την αυτοπραγμάτωση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολυπολιτισμικότητα κ.λπ. Πάνω σε αυτόν τον «νέο προοδευτισμό» μπορούσε να ανθίσει η Κοινωνική Οικονομία. Άλλωστε, η επικείμενη επέκταση της αγοράς σε μεταβιομηχανικά τοπία, η οικειοποίηση και άλλων περιοχών της ανθρώπινης ζωής χρειαζόταν δομές ιδιαίτερα ικανές για την κίνηση σε ανεξερεύνητα τοπία και φιλόδοξους πιονιέρους οι οποίοι θα τολμούσαν να προχωρήσουν σε περιοχές δύσβατες για τη γραφειοκρατία των μεγάλων επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι τεχνικές χειραγώγησης και βιοπολιτικού ελέγχου που είχαν επινοηθεί χάρη στην προηγούμενη «πολιτικοποίηση» της ζωής, τώρα έπρεπε να έπρεπε να προσαρμοστούν και να αναπτυχθούν για αγοραία χρήση (και η αγοραία χρήση τους αποτελούσε οπωσδήποτε ήττα του «κρατισμού» της προηγούμενης περιόδου -ήττα της οποίας η κορυφαία στιγμή ήταν η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989- αλλά προφανώς όμως δεν ήταν σε καμιά περίπτωση η ελευθερία που φαντάζονταν οι εξεγερμένοι νεολαίοι της δεκαετίας του 1960, το αντίθετο). Μέσα σε όλα αυτά, οι δομές της Κοινωνικής Οικονομίας ήρθαν να παίξουν ένα σπουδαιότατο και πολύ σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες μετασχηματισμού χωρίς να περιορίζονται πάντα μόνο στις ρωγμές και τα διάκενα.
***********
Τότε ήρθε στο προσκήνιο και πήρε μεγάλη έκταση ο θεσμός των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ). Πολλές από αυτές ξεκίνησαν μέσα από τα κινήματα. Έτσι έγινε στην Ινδία στα μέσα της δεκαετίας του 1970 κατά τη δικτατορία που επέβαλε ηΊντιρα Γκάντι.
Με αφετηρία τους χώρους των μαοϊκών και των σοσιαλιστών ξεπήδησαν μια νέα σειρά κοινωνικών κινημάτων: το φεμινιστικό, το κίνημα των νταλίτ (η κατώτερη κάστα), οι αγώνες των αυτοχθόνων φυλών στενά συνδεδεμένοι με περιβαλλοντικά ζητήματα, το αντιπυρηνικό κίνημα, το κίνημα στον τομέα της υγείας που συνένωνε γιατρούς και απλούς ανθρώπους στη διεκδίκηση μιας αξιοπρεπούς περίθαλψης.
Ο νέος ριζοσπαστικός χώρος που γεννήθηκε τόνιζε την αυτονομία των κινημάτων και τον χαρακτήριζε η καχυποψία απέναντι στο κομματικό σύστημα.
Οι αγωνιστές των κινημάτων φαντάζονταν ότι συνέχιζαν την ταξική πάλη σε νέα πεδία. Επιδίωκαν να δώσουν άμεσες λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα και γι’ αυτό συγκρότησαν εξειδικευμένους μηχανισμούς (παροχής ιατρικής βοήθειας, εκπαίδευσης κ.λπ.), οι οποίοι όμως πλέον δεν μπορούσαν να συντηρηθούν απλώς με τις συνδρομές των μελών και την εθελοντική εργασία.
Η αγωνιώδης αναζήτηση πόρων οδήγησε στην αγκαλιά του κράτους ή των ξένων χρηματοδοτών.
Σήμερα έχουν επικρατήσει οι σχέσεις εξάρτησης και η αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση.
Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονται οι ξένοι οργανισμοί που επιχορηγούν τις μεγάλες οργανώσεις χρηματοδοτών με κεντρικά γραφεία στο Δελχί, τη Βομβάη και το Μπαγκαλόρ, από τις οποίες εξαρτώνται οι ΜΚΟ στις μεγάλες πόλεις για να φτάσει η αλυσίδα μέχρι τις μικρές μη κυβερνητικές οργανώσεις στις επαρχίες, τις παραγκουπόλεις, κ.λπ. Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν 1.200.000 ΜΚΟ στην Ινδία.
**********
Στην ίδια την Ευρώπη, όλα αυτά τα χρόνια, σε πολλές χώρες, πειράματα αυτοδιαχείρισης και αλληλέγγυας οικονομίας, οικο – κοινότητες, αστικοί αγροί, κοινωνικά κέντρα, καταλήψεις στέγης, διατήρησαν πεισματικά τον αντισυστημικό χαρακτήρα τους αποτέλεσαν τον οργανωτικό ιστό του κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης ιδιαίτερα την πρώτη και πιο ριζοσπαστική περίοδο του (μέχρι και τις διαδηλώσεις στη Γένοβα 2001).
Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι «συνεταιρισμοί εργαζομένων» και οι «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων» που ξεκίνησαν κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 στην Ισπανία (και επίσης στην Ιταλία και τη Γαλλία) από εργαζόμενους οι οποίοι αναλάμβαναν οι ίδιοι τον έλεγχο των επιχειρήσεων που έκλειναν κατά το κύμα αποβιομηχάνισης της περιόδου 1975-1985 (τότε στην ισπανική βιομηχανία χάθηκαν 800.000 θέσεις εργασίας). Υπολογίζεται ότι στην Ισπανία κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980, αυτό το κίνημα επέτρεψε να διασωθούν 38.500 θέσεις εργασίας. Η αυτοδιαχείριση αυτών των επιχειρήσεων γίνεται είτε με τη μορφή του συνεταιρισμού εργαζομένων (cooperative) είτε με τη μορφή των «ανώνυμων εταιριών εργαζομένων» (societad anonima laboral, SAL) και των «εταιριών εργαζομένων περιορισμένης ευθύνης» (SLL). Στις «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων», το διοικητικό συμβούλιο δεν εκλέγεται από τους εργαζομένους όπως στους συνεταιρισμούς εργαζομένων αλλά από τους μετόχους, όμως κανείς δεν μπορεί να κατέχει πάνω από το 1/3 των μετοχών ενώ η πλειοψηφία πρέπει να παραμένει στα χέρια των εργαζομένων. Στην Ισπανία υφίσταντο το 2007 25.667 «συνεταιρισμοί εργαζομένων», 2.484 «ανώνυμες εταιρίες εργαζομένων» και 17.666 «εταιρίες εργαζομένων περιορισμένης ευθύνης».
Οι τελευταίες είναι κυρίως μικροεπιχειρήσεις που αποτελούνται κατά μέσο όρο από τρεις μετόχους και δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών.
Από το 1985, το ισπανικό κράτος υιοθέτησε την εφ’ άπαξ καταβολή («pago unico») του συνόλου του επιδόματος ανεργίας που εδικαιούτο ο εργαζόμενος (κατά μέσο όρο 8.000-10.000 ευρώ) υπό την προϋπόθεση να τοποθετείται αυτό το ποσό στο κεφάλαιο ενός «συνεταιρισμού εργαζομένων» ή μιας «εταιρείας εργαζομένων». To pago unico απετέλεσε την κύρια πηγή χρηματοδότησης για να πάρει μέρος ένας εργαζόμενος στην Κοινωνική Οικονομία.
Με την πάροδο των χρόνων, η ύφεση υποχώρησε και δεν επρόκειτο πλέον για καταλήψεις αλλά για ένα κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης. Οι επιχειρήσεις που ξεκινούν κατ’ αυτό τον τρόπο οι άνεργοι επιβιώνουν σε ορίζοντα τριετίας κατά 67%. Η ανάπτυξη αυτών των δομών επιβραδύνθηκε με την ένταξη της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.