Ζούμε πράγματι ιστορικές στιγμές. Μπορεί μερικές φορές να μην το συνειδητοποιούμε, καθώς προσπαθούμε να επιβιώσουμε από τον ορυμαγδό των μέτρων και να νικήσουμε τη θλίψη (ή και την κατάθλιψη) που δημιουργεί το γκρέμισμα όσων γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, αλλά όντως -πολίτες και πολιτικοί- τούτη την περίοδο γράφουμε (ή μήπως ξαναγράφουμε;) την ιστορία του τόπου μας.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Η εβδομάδα που πέρασε ήταν μεστή πολιτικών εξελίξεων, όπως συνηθίζουν να γράφουν οι πολιτικοί συντάκτες. Τα «κομπιουτεράκια πήραν φωτιά» στα κομματικά επιτελεία -κυρίως αυτά των κυβερνητικών εταίρων- υπολογίζοντας τους «πιστούς», τους «διστακτικούς» και τους «αντάρτες» βουλευτές και προσπαθώντας να προβλέψουν την κοινοβουλευτική τύχη των τελευταίων(!!!) σκληρών μέτρων που καλείται να σηκώσει ο ελληνικός λαός.
Μέσα σε αυτό το αγχωτικό κλίμα, ελάχιστοι κατάφεραν να δουν τον κίνδυνο που κρύβεται όχι στο αν θα ψηφιστούν τα μέτρα που υπαγορεύει το Μνημόνιο ΙΙΙ, αλλά στο αν και πώς αυτά τα μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Γιατί σε ό,τι αφορά στην αποτελεσματικότητά τους, μάλλον πολύ δύσκολα μπορεί να πειστεί κάποιος, ακόμη κι αν στερείται οποιασδήποτε γνώσης οικονομικών, ότι περικόπτοντας κι άλλο τα εισοδήματα, βυθίζοντας ακόμη μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού στην ανέχεια, εκτοξεύοντας στα ύψη την ανεργία, θα καταφέρει η χώρα να αποκτήσει αναπτυξιακή δυναμική και να μεγιστοποιήσει την ανταγωνιστικότητά της.
Είναι σίγουρο ότι οι πολιτικοί που καλούνται σήμερα να εφαρμόσουν αυτό το χωρίς ιστορικό προηγούμενο σκληρό οικονομικό πρόγραμμα στην Ελλάδα, θα ήθελαν να αποφύγουν το «πικρό ποτήρι». Ιδιαίτερα η πλευρά της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ δείχνει να αναζητεί αγωνιωδώς μία ευκαιρία για ηρωική έξοδο από την κυβέρνηση συνεργασίας, έχοντας πλέον αντιληφθεί ότι καταναλώνει με μεγάλη ταχύτητα όσα ακόμη αποθέματα πολιτικού κεφαλαίου τής απομένουν.
Γιατί όμως φθάσαμε έως εδώ; Τι ήταν αυτό που μετέτρεψε τις ελπίδες ότι αυτή η πρώτη απόπειρα σύγκλισης των πολιτικών δυνάμεων, σε μία εξαιρετικά κρίσιμη για τη χώρα μας συγκυρία, θα έχει αποτέλεσμα, σε πραγματικό εφιάλτη; Φοβούμαστε, ότι όλα παίχτηκαν και χάθηκαν στην ανυποληψία και τη διγλωσσία των συμμετεχόντων στο κυβερνητικό σχήμα.
Ακόμη και ο πλέον καλόπιστος πολίτης, αυτός που επιθυμεί μία λύση για τη χώρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναλαμβάνοντας το κόστος που συνεπάγεται για τον ίδιο μία τέτοια απόφαση, αδυνατεί να πιστέψει σήμερα ότι οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί μπορούν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.
Ο πολίτης αυτός, προεκλογικά άκουσε για «σκληρή επαναδιαπραγμάτευση», «απαγκίστρωση από το μνημόνιο», «έτοιμα ισοδύναμα μέτρα» κ.ο.τ. και μετεκλογικά βρέθηκε απέναντι στη λήψη νέων σκληρών και κατάφωρα άδικων μέτρων και σε έναν διαρκή εκβιασμό από την πλευρά της τρόικας αναφορικά με την εκταμίευση της επόμενης δόσης.
Την ίδια στιγμή, ενώ ήδη σήκωνε, ματώνοντας, το βάρος των επώδυνων μέτρων που ισχύουν σήμερα και προετοιμαζόταν για τα νέα που οσονούπω έρχονται, έβλεπε πρώην υπουργούς «να παίζουν τον παπά» σε ό,τι αφορά την περίφημη λίστα Λαγκάρντ, να δηλώνουν θρασύτατα ότι «δεν είδαν, δεν ξέρουν, δεν θυμούνται» και ταυτόχρονα να προσπαθούν να τον πείσουν ότι αυτή τη φορά οι θυσίες του θα πιάσουν τόπο και δεν θα υπάρξουν άλλα μέτρα στο μέλλον.
Μόνο που η εμπιστοσύνη αυτού του πολίτη έχει κλονιστεί πλέον σοβαρά. Ακόμη κι αν αισθάνεται τον κίνδυνο που ενέχει για τη χώρα μία βίαιη έξοδός της από την ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη κι αν «οσφραίνεται» τον κίνδυνο μίας κοινωνικής -ίσως και πολιτικής- εκτροπής, είναι τόση η ψυχολογική βία που ασκείται πάνω του και στους διπλανούς του, είναι τόσο «σοκαριστική» η ανατροπή της καθημερινότητάς του, είναι τόσο δυνατή η αίσθηση που έχει ότι κάποιοι τον κοροϊδεύουν, ώστε είναι πολύ πιθανό να τους γυρίσει τις πλάτες.
Τα μέτρα που ψηφίστηκαν την περασμένη Τετάρτη ίσως να αποτελέσουν τη «θρυαλλίδα» που θα «τινάξει στον αέρα» όλα όσα γνωρίζαμε έως σήμερα σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Και σε κάθε περίπτωση, θα βάλουν την Ελλάδα σε έναν πρωτόγνωρο δρόμο, την κατάληξη του οποίου ουδείς μπορεί να προδικάσει. Η παλαιοκομματική κάστα δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μικρότητά της και να δώσει ένα νέο όραμα στον πολίτη. Αντιθέτως, προσπάθησε να παίξει το χαρτί των εκβιαστικών διλημμάτων στο εσωτερικό, αφού δεν άντεχε να μπει σε μια σοβαρή και σκληρή διαπραγμάτευση στο εξωτερικό.
Μόνο που ξέχασε κάτι. Μπορείς να απειλείς, να εκφοβίζεις και να τρομοκρατείς, αρκεί αυτός στον οποίο απευθύνονται οι απειλές, οι εκφοβισμοί και η τρομοκρατία σου, να θεωρεί ότι υπάρχει ακόμη κάτι που μπορεί να χάσει. Αν πάψει να το αισθάνεται αυτό, τότε όλα τα παραπάνω όχι μόνο πέφτουν στο κενό, αλλά δημιουργούν στον απειλούμενο και την… αρρωστημένη διάθεση να τα επιστρέψει στον «αποστολέα τους».






































































































