Ένας αιώνας από τη μεγάλη εξόρμηση για την εθνική ολοκλήρωση και την απελευθέρωση των βορείων επαρχιών της Ελλάδας και των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου αλλά και για την τελική ενσωμάτωση στη Μητέρα Πατρίδα της αυτονόμου από το 1898 Κρήτης.
Αυτή η επέτειος είναι πολύ σημαντική γιατί σε διάστημα λιγότερο των δέκα μηνών (Οκτώβριος 1912 – Ιούλιος 1913) η Ελλάς διπλασιάστηκε εδαφικά και απέκτησε οντότητα ισχυρής δυνάμεως, τόσο στο βαλκανικό όσο και στον μεσογειακό χώρο. Την προώθηση των Εθνικών πόθων των Ελλήνων ως οιονεί επιστέγασμα του σκληρού και ανηλεούς Μακεδονικού Αγώνος και της ήττας του 1897. Όλες οι δυνάμεις του Έθνους κατευθύνθηκαν προς τον Εθνικό σκοπό και η προσφορά του λαού υπό τα όπλα και των αμάχων, υπήρξε αμέριστη και αυθόρμητη. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν πρωτίστως πολεμικές επιχειρήσεις και η νεώτερη εποποιία γράφτηκε στα πεδία των μαχών και με το αίμα των στρατιωτικών μας.
Το καλοκαίρι του 1912 εγένοντο Ελληνοσερβικές διαπραγματεύσεις και αμφίσημη συμμετοχή της Βουλγαρίας σε μια κοινή προσπάθεια εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις 30 Σεπτεμβρίου οι πρέσβεις Ελλάδος, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας επέδιδαν στην Πύλη κοινή τελεσιγραφική Διακοίνωση, με μια σειρά αιτημάτων με την εισαγωγή ριζικών μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Διακοίνωση των τριών βαλκανικών χωρών ως αναμένετο απερρίφθη ως «θρασεία απόπειρα επεμβάσεως εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της Αυτοκρατορίας και ως εκ τούτου αναξία απαντήσεως». Την 4η Οκτωβρίου 1912 η Ελλάς, η Σερβία και η Βουλγαρία με ταυτόχρονες Διακοινώσεις τους εκήρρυταν τον πόλεμον κατά της Τουρκίας ενώ νωρίτερα 25-9-1912 κήρυξε τον πόλεμο το Μαυροβούνιο.
Στην Ελλάδα η γενική επιστράτευση άρχισε τα μεσάνυχτα της 17ης Σεπτεμβρίου 1912 και απέδωσε την προβλεπόμενη από το Σχέδιο Επιστρατεύσεως δύναμη. Συγχρόνως ξεκίνησαν εθελοντές συμπατριώτες από Αμερική, Αίγυπτο κλπ. να έλθουν να υπηρετήσουν την πατρίδα. Νυν υπέρ πάντων ο αγών. Το σύνολο του Ελληνικού Στρατού Ξηράς κατανεμήθηκε σε δύο μεγάλες μονάδες: τη Στρατιά της Θεσσαλίας (100 χιλ.) και τη Στρατιά της Ηπείρου (10.500). Επίσης δημιουργήθηκε το «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών υπό τον Λάμπρο Συνανιώτη» που ενετάχθη στη Στρατιά Ηπείρου και το «Τάγμα των Κρητών» υπό τον εγγονό του Θ. Κολοκοτρώνη Γεώργιο, που ενετάχθη στη Στρατιά Θεσσαλίας. Τη Στρατιά της Θεσσαλίας αναλάμβανε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, ενώ της Ηπείρου ο Στρατηγός Σαπουντζάκης. Όσον αφορά το Ναυτικό, αναλάμβανε την διοίκησή του ο ναύαρχος Π. Κουντουριώτης.
Με διάγγελμά του την 4η Οκτωβρίου 1912 προς τον Ελληνικό Λαό, ο Γεώργιος Α’ επιβεβαίωσε την απόφαση του Έθνους να διεκδικήσει στο πεδίο της μάχης την αναγνώριση των δικαίων του: «Αι ιεραί υποχρεώσεις προς την φιλτάτην πατρίδα προς τους υπόδουλους αδελφούς μας και προς την ανθρωπότητα, επιβάλλουσιν εις το κράτος μετά την αποτυχίαν των ειρηνικών προσπαθειών του προς επίτευξιν και εξασφάλισιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των υπό του τουρκικού ζυγού Χριστιανών, όπως δια των όπλων θέση τέρμα εις την δυστυχίαν ην ούτοι υφίστανται από αιώνων». Το ίδιο απόγευμα ο Βασιλεύς και σύσσωμο το Υπουργικό Συμβούλιο μετέβησαν εις το Φάληρον, ανήλθον επί του «Αβέρωφ», όπου η Ηγεσία του Έθνους ομίλησε προς τους ναύτες. Το σύνθημα της νέας γενεάς εις τον πόλεμο που άρχισε, έριξε ο Βενιζέλος: «Η πατρίς δεν σας ζητεί να αποθάνετε μόνον υπέρ αυτής. Οφείλετε να νικήσετε!»
Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έχων ως Αρχιστράτηγος την εξουσιοδότηση να αρχίσει τις επιχειρήσεις, τηλεγράφησε το πρωί της 5ης Οκτωβρίου από τον Τύρναβο: «Βασιλέα, Υπουργόν Στρατιωτικών, Αθήνας. Από πρωίας σήμερον ήρξατο προέλασις στρατού Θεσσαλίας. Πρώτον Σύνταγμα ΙΙ Μεραρχίας κατέλαβεν ήδη Προφήτην Ηλίαν και Λεσφάκι. Τρίτον Σύνταγμα εισήλθεν Δαμάσιον δια Μπογαζίου Τυρνάβου. Λοιπαί Μεραρχίαι προελαύνουν. Κωνσταντίνος Διάδοχος». Μέχρι το μεσημέρι της 5ης Οκτωβρίου το Γενικό Στρατηγείο είχε μετασταθμεύσει από τη Λάρισα στον Τύρναβο. Ενώ την επομένη κατέλαβεν τα υψώματα Ελασσόνα Τσαρίτσανη και μετά την μάχη της Ελασσόνας εγκαταστάθηκε προσωρινώς το Γενικό Στρατηγείο. Για να ακολουθήσουν οι πολύνεκρες μάχες του κατά ξηράν αγώνος του Σαρανταπόρου, του Σόροβιτς (Αμύνταιον), της Σιατίστης, των Γιαννιτσών. Με την μεγαλειώδη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης κατά την 26η Οκτωβρίου 1912, μόλις 22 ημέρες μετά την έναρξιν των εχθροπραξιών, ετερματίσθηκε ουσιαστικώς ο πόλεμος στο μέτωπο της Μακεδονίας αφού είχε ελευθερωθεί το σύνολο της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας.
Όσον αφορά το Ηπειρωτικό Μέτωπο, η Στρατιά της Ηπείρου (10.500 άνδρες) διέβη στις 6 Οκτωβρίου τον Άραχθο και ακολούθησαν οι δύσκολες μάχες στο Γρίμποβο και στα Πέντε Πηγάδια, στο Δρίσκο (όπου διεκρίθησαν οι Γαριβαλδινοί και έπεσε ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης), η Πολιορκία του Μπιζανίου, η ελευθέρωσίς του και εν συνεχεία η απελευθέρωσις της άριστα οχυρωμένης πόλεως των Ιωαννίνων. Ακόμη Αργυρόκαστρο, Κοριτσά, Χειμάρρα, Τεπελένι. Έτσι ετερματίσθη ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.
Δεν θα παραλείψω και τον κατά θάλασσαν αγώνα, με τις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου και την απελευθέρωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Και την δολοφονία του Γεωργίου Α’ στις 5-3-13 στη Θεσσαλονίκη. Την 17/5/1913 υπεγράφη η προκαταρκτική Συνθήκη Ειρήνης στο Λονδίνο.
Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος του 1913 μεταξύ Ελλάδος-Σερβίας αφ’ενός και της Βουλγαρίας αφ’ετέρου, υπήρξε περισσότερο φονικός για την Ελλάδα. Στις 8-5-13 επετέθησαν οι Βούλγαροι σε ελληνικές μεραρχίες στο Πάγγαιον και τη Νιγρίτα και ακολούθησαν οι μάχες του Κιλκίς – Λαχανά, της Δοϊράνης, του Νευροκοπίου, του Πρεντέλ Χαν, του Πετσόβου, του Χασάν Πασά, της Κρέσνας, της Τσουμαγιάς και του υψώματος 1378. Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη οι Βούλγαροι κατείχον τα υψηλότερα σημεία στις οροσειρές και οι Έλληνες ευρίσκονταν στα πεδινά. Έτσι εκόστησαν τεράστιες θυσίες σε αίμα, ιδίως των αξιωματικών. Οι εδαφικές συνθήκες για τους Έλληνες ήσαν πάντα αρνητικές και καλύφθηκαν με την αυτοθυσία τους.
Στις 28 Ιουλίου 1913 υπεγράφη η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Η Συνθήκη αυτή, χωρίς να εκφράζει την ολοκληρωτική δικαίωση των Εθνικών μας Πόθων, απετέλεσε γενναίο βήμα στην οδό της εκπληρώσεως των Εθνικών μας διεκδικήσεων. Η Ελλάς είχε διπλασιασθεί εδαφικά και πληθυσμιακά. Η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους από 63211 τ.χ. έφθασε στα 120308 τ.χ. με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να αυξηθεί κατά 2 εκατομμύρια Ελλήνων κατοίκων. Το καλοκαίρι του 1913 υπήρχε μια εικόνα αισιοδοξίας, δυνάμεως, ομόνοιας και ομοψυχίας τόσον στα θεσμικά επίπεδα όσο και στο λαό και ετρέφοντο ελπίδες για περαιτέρω πραγμάτωση των εθνικών μας επιδιώξεων. Μόνο που δεν κράτησε πολύ και ακολούθησε δυστυχώς ο διχασμός. Ενωμένοι θαυματουργούμε, διχασμένοι εγκληματούμε.
Νίκος Ι. Κωστάρας






































































































