❍ ❍ ❍
Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στην κατεύθυνση μιας νέας κοινωνίας, φυσικά δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή:
-του εργατικού ελέγχου (του ελέγχου πάνω στην καπιταλιστική παραγωγή που επιβάλλει η εργατική τάξη «σαν εκπρόσωπος των κοινωνικών αναγκών γενικά».
-του αγώνα των πολιτών (και ιδίως των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα) για την επανοικειοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας και τη μετατροπή της σε δημόσια κτήση.
Ένα κοινωνικό κίνημα τέτοιου εύρους θα άνοιγε στα σοβαρά την δημόσια συζήτηση για τον χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις που θα έπρεπε να πάρει η παραγωγική ανασυγκρότηση. Θα την άνοιγε όχι στη Βουλή, τα τηλεοπτικά πάνελ ή στα κομματικά γραφεία, αλλά σαν μια συζήτηση ανάμεσα σε παραγωγούς αποφασισμένους να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, ανθρώπους που συζητούν όχι για το τι θα γίνει αλλά για το τι θα κάνουν οι ίδιοι. Εάν μάλιστα υιοθετείτο το πρόταγμα της αποανάπτυξης, από πολλές απόψεις μια πολύ ρεαλιστική λύση για τη χώρα μας και άρχιζε να υλοποιείται με επιτυχία, τότε το όλο εγχείρημα θα τράβαγε πάνω του την προσοχή όλων των λαών της Ευρώπης και της Μεσογείου και θα κέρδιζε την ηθική και όχι μόνο υποστήριξή τους.
❍ ❍ ❍
Ωστόσο, η άνθιση της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προσκρούει σε τρεις σοβαρούς περιορισμούς:
α) έλλειψη κεφαλαίων,
β) έλλειψη εμπειρίας και τεχνογνωσίας,
γ) απουσία κουλτούρας συνεργασίας.
Αν και σε τέτοια εγχειρήματα, παίζει μεγάλο ρόλο η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα και το πάθος των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε πολλά από αυτά χρειάζεται ένας σχετικά βαρύς και ακριβός κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, ο οποίος μπορεί να αγοραστεί (καθώς δεν υπάρχουν ακόμη εναλλακτικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί) μόνο με χρηματοδότηση από το κράτος.
Η σχέση των δομών αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, είτε με το κράτος από τη μια είτε με την ανεπίσημη οικονομία από την άλλη, δεν είναι ένα ζήτημα που προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις. Ένα μέρος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας δεν χρειάζεται και επίσης δεν επιθυμεί την κρατική χρηματοδότηση. Πολλές δομές με αυτόν τον τρόπο θέλουν να υπερασπιστούν την αυτονομία τους. Έτσι ή αλλιώς, ο αντιπραγματισμός, οι τράπεζες χρόνου, τα τοπικά νομίσματα κτλ είναι εκτός της επίσημης οικονομίας. Ωστόσο, η άτυπη ή ανεπίσημη οικονομία, δεν βρίσκεται εν τέλει εκτός του κράτους αλλά σήμερα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό τρόπο υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαχείριση της σχέσης με τον άτυπο τομέα είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για μια αριστερή κυβέρνηση. Επίσης, οι δομές της αλληλέγγυας οικονομίας, που έχουν αποτινάξει τον έλεγχο του κράτους, για να μην «ρουφηχτούν» από την άτυπη οικονομία πρέπει να βρίσκονται κάτω από τον πολύ αυστηρότερο έλεγχο του κινήματος.
Σε κάθε περίπτωση, οι απαιτούμενοι πόροι για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό είναι πολύ μεγάλοι και το κράτος για να χρηματοδοτήσει μιας τέτοιας έκτασης προσπάθεια θα πρέπει να έχει όχι ελλείμματα αλλά πλεονάσματα, τα οποία βέβαια δεν θα προορίζονται για την αποπληρωμή των τοκογλύφων αλλά οπωσδήποτε η εξοικονόμησή τους θα πιέζει το βιοτικό επίπεδο προς τα κάτω. Αντισταθμιστικά, θα μπορούσε να λειτουργήσει η δωρεάν παροχή υψηλού επιπέδου προνοιακών υπηρεσιών από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία, αλλά και η σταδιακή αλλαγή του τρόπου ζωής και η απόδοση έμφασης όχι σε καταναλωτικά αγαθά που αφήνουν μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα αλλά σε σχεσιακά αγαθά, τα οποία θα παράγει άφθονα η κοινωνική οικονομία και θα έχουν να κάνουν με την μόρφωση, τον πολιτισμό, τη φύση κτλ. Πάντως η διαχείριση των κρατικών πόρων θα πρέπει να γίνει με την μέγιστη δυνατή διαύγεια. Οι πόροι αυτοί θα είναι επίδικοι καθώς μόνο μέσω αυτών μπορούν σήμερα να διασωθούν τα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων. Όλοι ξέρουμε τι έγινε με τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις ΜΚΟ. Στη διαχείριση αυτών των πόρων, η πολιτική αριστερά θα δώσει εξετάσεις. Αν επιτρέψει και την παραμικρή υποψία εναντίον της, οι επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές.
Οι δημόσιες επενδύσεις ή οι επενδύσεις από την τοπική αυτοδιοίκηση δρώντας σε συνέργεια με τις συλλογικότητες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας (ακόμη και σε μεικτά εταιρικά σχήματα) θα μπορούσαν να πετύχουν πολλαπλάσια αποτελέσματα οργανώνοντας την παραγωγή και την κατανάλωση σε «οικονομίες εγγύτητας» με βάση τους δήμους και τις «βιοπεριφέρειες». Οι δομές «αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας» θα μπορούσαν επίσης να υπολογίζουν στη βοήθεια σε πόρους και προπάντων σε τεχνογνωσία και εθελοντές από ομόλογες δομές στην Ευρώπη· έτσι η Ευρώπη των λαών θα έπαιρνε σάρκα και οστά και δεν θα αποτελούσε ένα κενό σύνθημα. Πάντως στο μέτρο που τα εγχειρήματα αυτά στέκονταν στα πόδια τους και κέρδιζαν την εμπιστοσύνη των πολιτών, θα μπορούσαν να βρουν εύκολα χρηματοδότηση από πολλούς που θα ήθελαν να εμπιστευτούν σε αυτά τις αποταμιεύσεις τους ή από εναλλακτικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς που θα δημιουργούνταν κτλ.
❍ ❍ ❍
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες όμως για την ανάδυση ενός τέτοιου κινήματος αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προέρχονται από τις νοοτροπίες που έχουν επικρατήσει στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Ο ατομικισμός, ο καταναλωτισμός, η ιδιώτευση, ο ωφελιμισμός, η απαξίωση των συναδελφικών και συνεργατικών ή φιλικών δεσμών, η πλήρης αδιαφορία για τα κοινά και τον κόσμο είναι οι νοοτροπίες που επιτρέπουν στο μνημονιακό στρατόπεδο να κερδίζει νίκες ή στη Χρυσή Αυγή να ανεβάζει τα ποσοστά της. Αυτές τις νοοτροπίες έρχεται να εκριζώσει η αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία η οποία εισάγει σ’ έναν διαφορετικό πολιτισμό, τη συμμετρική αμοιβαιότητα των σχέσεων του οποίου περιγράφει το “δώρο” και όχι το εμπόρευμα. Έναν πολιτισμό που συνδέει όλους τους ανθρώπους σ’ ένα επανανοηματοδοτημένο κόσμο, σε δημόσιους χώρους πρόσφορους για τη σύμπραξη και συνομιλία.
❍ ❍ ❍
Τις δομές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, τις συγκροτούν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, η κοινωνία, δεν τις φτιάχνουν τα κόμματα. Αυτό που μπορεί να κάνει η αριστερά, είναι να εξασφαλίσει: πρώτον ευνοϊκά κατά το δυνατό νομικά πλαίσια και δεύτερον διαύγεια και αξιοκρατικά κριτήρια όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση. Ωστόσο και αυτή η τελευταία σχέση, δεν είναι παρά μια ανάθεση της πολιτικής εκπροσώπησης από τα κινήματα στην πολιτική αριστερά, η οποία οφείλεται σε σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες των κοινωνικών κινημάτων όπως και των ρευμάτων που υιοθετούν το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας. Αξιοποιώντας η αριστερά τη σχέση με τα κινήματα, στηριζόμενη στους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς και υιοθετώντας τους θεσμούς που έχουν δημιουργήσει τελευταία, μπορεί να προχωρήσει στην υλοποίηση του ευρύτερου πολιτικού της σχεδίου και να εισηγηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο πάντως στην Λατινική Αμερική δεν είχε σχέση με τον σοσιαλισμό.
• Το κείμενο αυτό συντάχθηκε με βάση την τοποθέτηση του πρώην δημοτικού συμβούλου του Δήμου Χαλανδρίου Γιώργου Λιερού (ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ), στη βιβλιοπαρουσίαση των βιβλίων: «Υπαρκτός καινούριος κόσμος» του Γ. Λιερού και «Εισαγωγή στην Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία» των Τάκη Νικολόπουλου και Δημήτρη Καπογιάννη, που έγινε στο Χαλάνδρι με ομιλητές τους Γιώργο Σταθάκη, Νίκο Χρυσόγελο και Νώντα Σκυφτούλη, στις 14/12/2012.






































































































