Από τον 7ο-8ο αι. η Χριστιανική αυτοκρατορία έγινε καθαρά ελληνική. Γιατί η ελληνικότητα ως φιλαλήθεια, σώθηκε μέσα στην πατερική θεολογία και την εκκλησιαστική λατρεία, σε μιαν αδιατάρακτη συνέχεια. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί και η συνεχής σπουδή της ελληνικής φιλοσοφίας και γλώσσας στην παιδεία, αλλά και ή συνεχής χρήση τής ελληνικής γλώσσας στην καθημερινή ζωή, ώστε να είναι δυνατή ή αδιάκοπη άντληση από το δυναμικό αυτό φορέα του ελληνικού πνεύματος.
Μολονότι όμως το ελληνικό στοιχείο ήταν ο καταλύτης του πολυεθνικού αμαλγάματος της Χριστιανικής αυτοκρατορίας, δεν ήταν δυνατό να καλλιεργηθεί εθνικιστική συνείδηση, τάση δηλαδή για επιβολή τηςελληνικής εθνότητας πάνω στις άλλες. Η Ρωμανία έμεινε υπερφυλετική και υπερεθνική, γιατί ολόκληρη ήταν το ένα Χριστιανικό Έθνος. Η συγγένεια ήταν πνευματική και όχι φυλετική· το ομόπιστο και ομόδοξο. Αλλά και η εκκλησιαστική λατρεία δημιουργούσε κλίμα ψυχικής και εθνικής συνταύτισης. Ο ναός αναδείχθηκε σε μεταστοιχειωμένη «εκκλησία του δήμου» και το κέντρο σύνολης της ζωής. Κάτω από τον τρούλλο του βυζαντινού Ναού και τον κοινό Πατέρα, τον Παντοκράτορα, γινόταν συνειδητή η ενότητα μέσα στο ένα Σώμα. Η πατερική πνευματικότητα, στο ποσοστό πού γινόταν τρόπος ζωής, οδηγούσε τους πιστούς στη συναδέλφωση, με τη συνεχή μεταβολή της ιδιοτέλειας σε ανιδιοτέλεια, με τη βοήθεια της άσκησης και του πνευματικού αγώνα.
Το πνεύμα αυτό της Ορθοδοξίας δεν επέτρεπε τη δημιουργία φυλετισμού (ρατσισμού), πίστεως δηλαδή στη φυσική διάκριση των ανθρώπων, και γι’ αυτό ούτε δουλοπαροικίας ή αποικιοκρατίας, όπως συνέβη στη Δύση με τη Φραγκική κατάκτηση. Η λεγόμενη φεουδαρχία του Βυζαντίου ήταν γαιοκτητικού χαρακτήρα και οι υπάρχουσες στη βυζαντινή κοινωνία διαφορές ήταν οικονομικής μορφής και όχι φυσική διάκριση κυρίων και δούλων. Σ’ αντίθεση με τη δυτική (φράγκικη) φεουδαρχία, στη Ρωμανία-Βυζάντιο διατηρήθηκε η ελληνιστική και ρωμαϊκή παράδοση της διάκρισης ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου και το συγκεντρωτικό κράτος, πού επέβαλλε καθολικά την ιδεολογία του, ως εθνική ιδεολογία.
Το ίδιο, δεν υπήρξε στο Βυζάντιο η έννοια της κληρονομικής μεταβιβάσεως αξιωμάτων, ούτε ακόμη σ’ αυτό τον αυτοκρατορικό βαθμό. Τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος εξίσωναν όλους τους πολίτες και τους έδιναν δικαίωμα -και όχι μόνο θεωρητικά- να διεκδικήσουν όχι μόνο τον πατριαρχικό, άλλα και αυτόν τον αυτοκρατορικό θρόνο. «Ποιος μπορούσε να εξιχνιάσει τα μυστήρια της θείας Προνοίας και ν’ αποκλείσει, ότι ο χθεσινός χωρικός θα ‘ταν ίσως ο αυριανός αυτοκράτορας και η περιφρονημένη εταίρα η αυριανή δέσποινα και αυγούστα ρωμαίων;» – παρατηρεί ο καθηγητής Ι. Καραγιαννόπουλος. «Με λίγη τύχη καθένας, πού διέθετε προσόντα, μπορούσε να φθάσει σε υψηλή θέση. Οποιαδήποτε και αν ήταν η καταγωγή του» (Στ. Ράνσιμαν).
Το ιδανικό του Ρωμιού θα είναι η θέωση. Η ένωση με το Θεό μέσα στο σώμα του Χριστού. Αυτός ήταν ο στόχος όλης της ζωής και αυτό νοούμε, όταν λέμε, ότι στο Βυζάντιο όλοι θεολογούσαν. Το στόχο δε αυτό έπρεπε να υπηρετούν, με όλη τη δομή και λειτουργία τους, όχι μόνο η Εκκλησία, άλλα -όσο κι αν φαίνεται σήμερα παράδοξο – και η Πολιτεία. Όπως θα σημειώσει ο Μέγας Βασίλειος: Τόσο η εκκλησιαστική, όσο και η πολιτική διακονία «εις εν ορώσιν(= αποβλέπουν) τέλος, την των υπηκόων σωτηρίαν».
Γι’ αυτό οι αιρέσεις αντιμετωπίζονταν με τόσο πάθος και αγωνία. Γιατί έκλειναν το δρόμο στη θέωση, κάνοντας αδύνατη τη σωτηρία. Στη συνείδηση του Γένους η αίρεση είναι ένα φάρμακο νοθευμένο, πού δεν μπορεί να προσφέρει τη θεραπεία της ανθρώπινης ύπαρξης (αγιοπνευματικό φωτισμό), αλλ’ αντίθετα θανατώνει πνευματικά και αιώνια. Γι’ αυτό η μεν Εκκλησία αντιμετώπιζε την αίρεση ως νοθεία στον τρόπο σωτηρίας, ενώ η Πολιτεία ως νοθευμένο φάρμακο, και συνεπώς επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Έτσι, όπως γίνεται και σήμερα στην περίπτωση αυτή, έπρεπε να αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Γι’ αυτό καίγονταν τα αιρετικά συγγράμματα στο Βυζάντιο, άλλ’ όχι και οι αιρετικοί. Δεν γνώρισε ποτέ «Ιερά Εξέταση» η Ρωμηοσύνη. Έξω από αυτές τις προϋποθέσεις πολλά πράγματα μένουν ακατανόητα ή, θεωρούμενα με τα σημερινά κριτήρια, οδηγούν αναπότρεπτα σε παρερμηνείες. Αυτή δε η νοοτροπία θα επικρατεί μέχρι το 19ο αιώνα, έστω και αν μεταγενέστερα οι πρακτικές, όχι σπάνια, θα έχουν αποσυνδεθεί από τις ησυχαστικές προϋποθέσεις.Α
Ανθρωπολογικό πρότυπο του Γένους δεν ήταν ο σοφός ή ο «καλός καγαθός» της αρχαιότητας, αλλά ο άγιος. Οι Άγιοι (άνδρες και γυναίκες) είναι για τη Ρωμηοσύνη η βεβαίωση του γεγονότος της θεώσεως, πού δηλώνεται με την αφθαρσία των λειψάνων τους και με τα θαύματα τους.
Τα μοναστήρια, όπου αναδεικνύονται οι Άγιοι, λειτουργούσαν – παρά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις – ως πνευματικά θεραπευτήρια, πού δίδασκαν τη μέθοδο, με την οποία μπορεί ο πιστός να αγωνισθεί για τον άγιο πνευματικό φωτισμό και τη θέωσή του. Γι’ αυτό κατέφευγαν σ’ αυτά όχι μόνο απλοί άνθρωποι του λαού, αλλά και σοφοί κατά κόσμον, και άρχοντες, και μέλη της βασιλικής οικογένειας ή και αυτοκράτορες ακόμη.
Το ιδανικό της θέωσης ήταν καθολικό και εξίσωνε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αυθεντίες της Βυζαντινής κοινωνίας δεν ήταν ο αυτοκράτορας ή ο Πατριάρχης, αλλά οι μεγάλοι Γέροντες, οι Πνευματικοί δηλαδή Πατέρες. Αυτές οι αντιλήψεις θα ισχύσουν και στην περίοδο της δουλείας με καθολική σχεδόν απήχηση. Η σύμφυρση με άλλα ρεύματα και νοοτροπίες θα καθορίζει σε κάθε εποχή την εμβέλεια και τη δυναμική τους.Αυτή η συνείδηση και στάση ζωής θα συνεχισθούν και στη μεταβυζαντινή κοινωνία. Το 1453 βρήκε το Γένος αδύνατο πολιτικά, αλλά όχι και πνευματικά. Η ησυχαστική παράδοση – η πεμπτουσία της Ορθοδοξίας – κράτησε το Γένος πλούσιο σε ψυχικές δυνάμεις και γι’ αυτό μπόρεσε να ξεπεράσει τη μακρόχρονη δουλεία και να μη συμβιβασθεί ποτέ μαζί της.
Η περίοδος της δουλείας μάλιστα θα σημαδευθεί από την αναθέρμανση της ρωμαίικης συνείδησης και της συναίσθησης της ιδιαιτερότητας του απέναντι στους ανατολικούς και δυτικούς επιβουλευτές της ταυτότητας του.
ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Κρίσιμο, βέβαια, είναι το ερώτημα. Και η εθνική συνείδηση; Χάθηκε η ελληνική συνείδηση μέσα στη Ρωμανία; Οι σημερινές αντιλήψεις για το έθνος, καρπός της Γαλλικής Επανάστασης. οδηγούν σε αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Διατυπώθηκαν, έτσι, διάφορες ερμηνείες, όπως οι ακόλουθες:
α) Οι Έλληνες στη Ρωμανία ήταν υπόδουλοι στους Βυζαντινούς τυράννους.
β) Οι Νεοέλληνες δημιουργήθηκαν μέσα στη φραγκοκρατία και την τουρκοκρατία και δεν έχουν σχέση με τους Βυζαντινούς,
γ) Ό αρχαίος Ελληνισμός συνεχίσθηκε στο Βυζάντιο και τη δουλεία, χωρίς όμως ανάμειξη με τις άλλες εθνότητες της βυζαντινής πολύ εθνότητας.
Τι θ’ απαντούσαμε σ’ αυτά;
Μέσα στη βυζαντινή οικουμενικότητα το ορθόδοξο αίσθημα εκμηδένιζε τις φυλετικές αντιθέσεις και δεν συγκρουόταν με τη συνείδηση της καταγωγής. Κάθε εθνότητα αισθανόταν ως μέρος ενός όλου, επαρχία της οικουμένης, και κάθε άνθρωπος πολίτης του κράτους της Νέας Ρώμης.
Αν θέλαμε κάποια – όχι απόλυτη, φυσικά – αντιστοιχία, θα παραπέμπαμε στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ή τη Σοβιετική Ένωση, για τον πολυεθνικό τους χαρακτήρα. Η κάθε «εθνική» γλώσσα σωζόταν παράλληλα με τις επίσημες κρατικές γλώσσες, λατινική και ελληνική. Η διγλωσσία, άλλωστε, είχε αρχίσει με τον εξελληνισμό της Ρώμης, ήδη από τον 3ο αϊ. π.Χ. Αλλά και η ελληνικότητα, μέσω της Ορθοδοξίας, γινόταν κτήμα και των μη εκ καταγωγής Ελλήνων (π.χ. Αλβανών, Βουλγάρων, Σέρβων, Βλάχων, Σλάβων κλπ.) Οι χωριστικές τάσεις ορισμένων εθνοτήτων (π.χ. Βουλγάρων, Σέρβων), πού συνέπιπταν με την αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας, εκφράζουν αδυναμία πλήρους ενσωμάτωσης στην ελληνίζουσα Ρωμανία, και έξαρση του εθνικισμού, πού παραμέριζε την Ορθοδοξία.
Η ελληνική συνείδηση, τουλάχιστο στους κατόχους κάποιας παιδείας, δε χάθηκε και όταν ακόμη ο όρος «Έλλην» σήμαινε μόνο εθνικός-ειδωλολάτρης. Γιατί δεν είναι τα ονόματα, πού σώζουν τη συνείδηση, αλλά το φρόνημα. Και το ελληνορθόδοξο φρόνημα σωζόταν μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Μέσα στην εκκλησιαστική ζωή ιεραρχούνταν ορθά η ελληνική συνείδηση και εναρμονιζόταν με την ευρύτερη συγγένεια, τη ρωμαίικη – οικουμενικά ελληνική.
Από το 212 μ.Χ. οι Έλληνες φέρουν με την ίδια υπερηφάνεια τα ονόματα Έλληνας και Ρωμηός. Το πρώτο τους συνδέει με την αρχαιότητα. Το δεύτερο με τη συνέχεια τους μέσα στην Ορθοδοξία. Το ένα δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει το άλλο. Γι’ αυτό ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779), ενώ έλεγε στο λαό «δεν είσθενε έλληνες», δηλαδή ειδωλολάτρες, έκτιζε ελληνικά σχολεία και αγωνιζόταν για τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας. Η χρήση, άλλωστε, των ονομάτων δεν αρκεί, για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της ταυτότητας. Χρειάζεται και η διατήρηση των συστατικών της, πού είναι η ορθόδοξη πίστη, ο ρωμαίικος τρόπος ζωής και η ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό όσοι άλλαζαν την πίστη τους, εξισλαμιζόμενοι ή εκλατινιζόμενοι (τουρκεύοντες ή φραγκεύοντες), ή επέστρεψαν στην ειδωλολατρία (Γεμιστός), αποξενώνονταν και από τον Ελληνισμό (στη ρωμαίικη διάσταση του) και όχι μόνο από την Ορθοδοξία. Γιατί ο παγανιστικός ελληνισμός, πού ήθελε ν’ αναστήσει ο Πληθών, πέρασε οριστικά. Ο Παρθενώνας στην αθηναϊκή Ακρόπολη, δεν είναι πια ειδωλολατρικός ναός, αλλά ναός της Αειπαρθένου Μαρίας και Θεοτόκου και ο ναός του Ηφαίστου στο θησείο εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου.
Η προχριστιανική θρησκευτική αναζήτηση του Ελληνισμού, πού εκφράσθηκε αυθεντικά με μνημεία σαν αυτά, αναγεννήθηκε μέσα στο φως της Χάρης και έγινε εκούσια Χριστιανικός Ελληνισμός, με πρωτοπόρους σ’ αυτή την ανακαίνιση τους αγίους Πατέρες όλων των αιώνων.
ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Σε μιαν ιστορική στιγμή ο Ελληνισμός θα αναγκασθεί από τα πράγματα να ξεχωρίσει τον εαυτό του από την υπερεθνική ενότητα της Ρωμανίας, τονίζοντας την ιδιαιτερότητα του ως εθνότητας, χωρίς όμως την έννοια της χωριστής οντότητας από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η αφορμή δόθηκε από έξω.
Η φραγκική κατάκτηση (1204) ισχυροποίησε την εθνική συνείδηση των Ελλήνων και σ’ αντίδραση προς τους Φράγκους κατακτητές τονιζόταν το ελληνικό εθνικό όνομα. Αυτό όμως έγινε χωρίς την ελάχιστη διάσταση με την Ορθοδοξία, πού απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αφού αύτη ουσιαστικά διαφοροποιούσε τον Έλληνα από το Φράγκο, όπως αργότερα από τον Τούρκο. Όσο όμως προχωρούσε η εδαφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, τόσο περισσότερο αυτή συνδεόταν με την ελληνική εθνότητα. Όταν έπεσε οριστικά στα 1453, ήταν καθαρά ελληνική, ενώ άλλες βυζαντινές εθνότητες (Βούλγαροι, Σέρβοι) έδειχναν διαρκώς τάσεις αποδέσμευσης και αυτονόμησης. Επανένταξη των ρωμαίικων εθνοτήτων στη Ρωμαίικη υπερεθνότητα θα γίνει μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στην οποία η Ρωμιοσύνη θα ξαναβρεί την ενότητα της.
Έτσι όμως εξηγείται, γιατί σ’ όλη τη μεταβυζαντινή περίοδο θα στρέψουν οι Έλληνες συνεχώς τη σκέψη στη Βυζαντινή κληρονομιά και η ελληνική Μεγάλη Ιδέα θα πάρει χαρακτήρα καθαρά ρωμαίικο-βυζαντινό, μένοντας πάντα προσανατολισμένη στην Κωνσταντινούπολη. Η αλλαγή προσανατολισμού, από την Πόλη στην Αθήνα και από τη Ρωμαίικη οικουμένη στο Εθνικό κράτος, θα είναι το αποτέλεσμα μεταγενεστέρων εξελίξεων και ξένων επιρροών.





































































































