Πραγματική τομή στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η συνάντηση του Χριστιανισμού -της νέας δύναμης πού έμελλε να μεταμορφώσει καθολικά τον κόσμο- και του Ελληνισμού στην οικουμενική-ελληνιστική εξάπλωση και διαμόρφωση του. Η μεταφορά του κηρύγματος του Χριστού από το ιουδαϊκό στο ελληνιστικό περιβάλλον συνετέλεσε στην πρόσληψη του από τον Ελληνισμό και στη σύζευξη ελληνικότητας και χριστιανικότητας σε μιαν ακατάλυτη ένωση, μέσα στην Εκκλησία.
Tου Hλία Κουρκουλάκου, καθηγητή φιλολόγου στο ΓΕΛ Αναβρύτων
Για να εκχριστιανισθεί ο Ελληνισμός, έπρεπε να εκκλησιοποιηθεί. Η εκκλησιοποίηση συντελείται με το Βάπτισμα, πού σημαίνει θάνατο και ανάσταση. Έτσι και ο Ελληνισμός, στην ένωση του με το Χριστιανισμό, «πέθανε» και καθάρθηκε, για να αναστηθεί σε ένα νέο τρόπο ύπαρξης- από την κυριαρχία του μύθου και του ανθρωπίνου λόγου, προχώρησε στην αναγνώριση του θείου Λόγου ως ένσαρκης παν-αλήθειας και από την επιδίωξη της εγκόσμιας τελειότητας υψώθηκε στην αναζήτηση της εν Χριστώ τελείωσης. Αυτό σημαίνει, ότι άλλαξε προσανατολισμό. Από το κτιστό και ενδοκοσμικό ανέβηκε στο άκτιστο και αιώνιο. Άλλαξε όμως και ταυτότητα. Δεν είναι πια ο αρχαίος, ειδωλολατρικός Ελληνισμός, αλλά ο Χριστιανικός Ελληνισμός και με αυτή την ταυτότητα πολιτογραφήθηκε αμετάκλητα στην ιστορία.1Ο Ελληνισμός, στην ένωση του με το Χριστιανισμό, δεν αλλοτριώθηκε, αλλά ολοκληρώθηκε. Γιατί πληρώθηκε το κύριο συστατικό του, πού είναι η ζήτηση της αλήθειας. Τον αληθινό προσανατολισμό αυτής της αναζήτησης τον προσδιόρισε ήδη ο αθηναίος (;) χριστιανός συγγραφέας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Φαμέν τοίνυν ενθένδε […] την φιλοσοφίαν ζήτησιν έχειν περί αληθείας καί της των όντων φύσεως, αλήθεια δε αυτή, περί ης ο Κύριος αυτός είπεν «εγώ ειμί η αλήθεια»». Και επειδή η ζήτηση αυτή ήταν γνήσια Χριστοκεντρική, γι’ αυτό ο Ελληνισμός δέχθηκε την καθολική Αλήθεια, όταν την (ανα-)γνώρισε στο πρόσωπο του Χριστού.
Η Ελληνικότητα μέσα στο Χριστιανισμό σώθηκε στην ουσία της, άλλ’ όχι πάντα και στις συγκεκριμένες μορφές της. Σώθηκε ως ζήτηση αλήθειας σ’ όλους τους χώρους του επιστητού: ως ζήτηση της γνώσης (φιλοσοφία), ως έρευνα και γνώση της κτίσης (επιστήμη), ως αγάπη για το απόλυτα ωραίο (φιλοκαλία), ως θέληση για φιλάνθρωπη πολιτική δράση (δόμηση της λειτουργίας του κοινωνικού χώρου). Όλα αυτά δεν απορρίφθηκαν, γιατί χριστιανικά νοούνται ως θεόδοτα στον άνθρωπο στοιχεία. Έτσι, έγιναν δεκτά ως ανθρώπινη φύση στη θεανθρώπινη ένωση της Ορθοδοξίας. Αυτό, πού απορρίφθηκε από τον Ελληνισμό, ήταν ο παγανισμός, όχι μόνο ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλά και ως τρόπος ζωής (διονυσιακός αισθησιασμός) και ο ελληνισμός του μύθου, ως πτώση από το Λόγο, την αλήθεια, και συνεπώς αποτυχία. Ανανεωμένος και ολοκληρωμένος ο Ελληνισμός μέσα στην Ορθοδοξία μεγαλούργησε και δοξάσθηκε στην κατοπινή του ιστορική πορεία.
Την αυθεντική ένωση Ελληνισμού και Χριστιανισμού διασώζουν και εκφράζουν σ’ όλους τους αιώνες οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι διατηρούν και την ισορροπία στη σχέση και σύζευξη των δύο αυτών μεγεθών.
Η ποιητική δημιουργία του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου (±390), η επιστημονική ενασχόληση του Μεγάλου Βασιλείου (+379), οι φιλολογικοκριτικές έρευνες του Μεγάλου Φωτίου (+886), τα μουσικά επιτεύγματα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (+750) και οι επιστημονικές -προοδευτικές- επιδόσεις του Ευγενίου Βουλγάρεως (+1806) είναι στοιχεία ελληνικότητας, πού ενσωματώθηκαν στην Ορθοδοξία, όχι ως εγκλωβισμός της στην ιστορικότητα και χρονικότητα, αλλά ως δυνατότητες, για την υπέρβαση της ιστορίας και του χρόνου. Γιατί η Ορθοδοξία, ξεκινώντας από το αυθεντικά ανθρώπινο, το χωρίς αμαρτία, στοχεύει στη μεταβολή του ανθρώπου σε «ναό του Αγίου Πνεύματος», ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση και αυθεντικής χριστιανικής κοινωνίας.
Έξω από την πατερική παράδοση η σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού καταλήγει σε αποτυχία, πού αποδίδεται με τον όρο αίρεση. Η αίρεση -κάθε αίρεση- είναι η αναίρεση της ισορροπίας, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Στην αίρεση το ανθρώπινο έχει την αποκλειστική προτεραιότητα, ενώ στην (έλλην)ορθοδοξία θειο και ανθρώπινο ιεραρχούνται αυθεντικά, γιατί το ανθρώπινο αυτοπεριορίζεται στα φυσικά όρια του. Άλλα και η Ορθοδοξία αλλοτριώνεται στην αίρεση, γιατί χάνει το βιωματικό και εμπειρικό της χαρακτήρα και από στάση και τρόπος ζωής εκφυλίζεται σε ιδεολογία ή σε νεκρό γράμμα και ξερό τύπο (θρησκευτική συντήρηση).Πολλές από τις κατοπινές συγκρούσεις του Γένους (Ιουλιανός -Πατέρες του δ’ αιώνα, Γεμιστός-Γεννάδιος Σχολάριος, Κοραής-Κολυβάδες) θα ξεκινούν από τη μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στην αλλοτριωμένη ελληνικότητα (αιρετίζουσα διανόηση ή αίρεση) και την πατερική Ορθοδοξία. Αλλά και οι συμπεριφορές των ανθρώπων, αρχόντων και λαού, θα καθορίζονται από το βάθος και την ένταση της σχέσης τους με την Ορθοδοξία, η οποία θα αποβεί το ύψιστο κριτήριο όλης της ζωής του Γένους και η κινητήρια σ’ όλες τις εξορμήσεις του ιδεολογία.
Χώρος της ιστορικής πραγμάτωσης της νέας ελληνικής ταυτότητας υπήρξε η Ρωμανία, σ’ όλη την ιστορική έκταση της (περίοδος βυζαντινή και μεταβυζαντινή). Η Ρωμανία καθιερώθηκε από τους απογόνους των Φράγκων να ονομάζεται Βυζάντιο. Εντούτοις «κράτος γνωστόν επισήμως ως «βυζαντινόν» δεν υπήρξε ποτέ […] Οι όροι «βυζαντινόν» και «βυζαντινή ιστορία» […] είναι ανύπαρκτοι […] Τους εαυτούς των ωνόμαζον (οι βυζαντινοί) μόνο Ρωμαίους, ή αυτοκρατορία των ήτο ρωμαϊκή και πρωτεύουσα των ή Νέα Ρώμη».
Ο όρος Ρωμανία, για τον προσδιορισμό του χριστιανικού ρωμαϊκού κράτους, είναι γνωστός ήδη τον 4ο αιώνα και χρησιμοποιείται από έλληνα συγγραφέα, το Μέγα Αθανάσιο: «…ότι μητρόπολις η Ρώμη της Ρωμανίας» (Ιστορία Αρειανών προς Μοναχούς, Ε, 35) ».Με τη γενίκευση του ονόματος «Ρωμαίος», από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, ο Έλληνας έγινε πολίτης της εξελληνισμένης πολιτιστικά Ρωμαϊκής οικουμένης. Το 330 δε, με τη θεμελίωση της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης, έγινε πολίτης της Χριστιανικής οικουμένης, της Ρωμανίας. Από τότε θα ονομάζεται, μαζί με όλους τους άλλους λαούς της αυτοκρατορίας, Ρωμαίος (και Ρωμηός), πού θα σημαίνει Ορθόδοξος-πολίτης της Χριστιανικής οικουμένης. Το στοιχείο της πίστεως θα ταυτισθεί με την εθνικότητα και αυτό θα κρατήσει μέχρι το 19ο αιώνα. Δεν θα είναι όμως πια πολίτης της Παλαιάς, αλλά της Νέας Ρώμης. Ρωμανία και Ρωμηός είναι οι εθνικές ονομασίες του μεσαιωνικού Ελληνισμού και εκφράζουν την οργανική συνέχεια του.
Η Νέα Ρώμη Κωνσταντινούπολη, ή απλά Πόλη, είναι ή συνέχεια της Παλαιάς Ρώμης, πού κυριολεκτικά μεταφέρθηκε στην Ανατολή (translatio και renovation urbis).Η Νέα Ρώμη αναδείχθηκε σε χριστιανική και ελληνική πρωτεύουσα. Μέσα στο πολιτειακό σκεύος της Ρωμανίας – του κράτους της Νέας Ρώμης – η ελληνική συνείδηση- πραγμάτωσε την οικουμενικότητα της, στα όρια της συναδέλφωσης όλων των «Ρωμαίων», δηλαδή χριστιανών, σε μιαν υπερφυλετική ενότητα, το «έθνος άγιον» (Α’ Πέτρ. 2,9), το «Γένος των Ρωμαίων». Ή ένωση και συναδέλφωση αυτή πραγματωνόταν αδιάκοπα μέσα στην Εκκλησία. Το Βυζάντιο ολόκληρο άλλωστε λογιζόταν ως μεγάλη Εκκλησία. Η παλαιά αντίθεση «έλληνες-βάρβαροι» θα μεταβληθεί, μέσα στο φως της νέας πίστης, σε γόνιμη σύνθεση: «ουκ ένι (υπάρχει) Έλλην και Ιουδαίος… βάρβαρος, Σκύθης…» (Κολ. 3,11).
Οι Έλληνες αναπροσανατολίστηκαν, έτσι, από την Αθήνα και τα αλλά ελληνικά κέντρα προς την Κωνσταντινούπολη, χωρίς όμως άρνηση της ελληνικότητας τους. Ο πόλεμος ενάντια στην ειδωλολατρία δεν ήταν απόρριψη του Ελληνισμού καθαυτόν, αλλά αντίθεση στην «ειδωλική μανία» και τις δεισιδαιμονίες της αρχαίας θρησκείας.






































































































