Είμαι χαρούμενος, γιατί είμαι συνταξιούχος και έχω τη δυνατότητα να πηγαίνω στην πατρίδα μου, στην καταγωγή μου, στα άγια χώματα, όπου κάθε πατημασιά έχει και μια θύμηση καλή ή κακή.
Είσαι ελεύθερος στο χρόνο, εσύ τον ρυθμίζεις, εσύ του βάζεις προτεραιότητες, εσύ τον σταματάς για ξεκούραση και χαλάρωση ή τον φορτίζεις για δουλειά, αγώνα και ιδρώτα.
Βρίσκεις μετά από 50 χρόνια τους παλιούς και παντοτινούς φίλους σου, παλιούς συμμαθητές, δίνεις ραντεβού στο παλιό στέκι στο αγέραστο –Πανελλήνιο– είναι εκεί και σε υποδέχεται με νέα διεύθυνση. Η πρόσκληση είναι ανοιχτή –θα είμαστε κάθε βράδυ εκεί– οι συζητήσεις ατελείωτες, οι μνήμες μεταναστεύουν, τα περιστατικά γίνονται επίκαιρα με πλοκή διαχρονική, το ένα διαδέχεται το άλλο και ανάμεσά τους οι έντονες μνήμες.
Θυμάστε τον Κωτ……….; Ήταν ιδιοφυία. Ξεχώρισε στο Πολυτεχνείο μέχρι που πέρασε απέναντι στους τρελούς.
Έπεσε από τη ταράτσα του σπιτιού του με μια ομπρέλα, σαν αλεξίπτωτο, για να σπουδάσει τη βαρύτητα. Φυσικά τσακίστηκε, αλλά επέζησε. Μετά από 2 – 3 χρόνια μοίρασε ιδιόγραφες αγγελίες: «Παραδίδονται για τους υποψήφιους του Πολυτεχνείου Μαθηματικά. Τα αγόρια 10 δραχμές την ώρα, τα κορίτσια δωρεάν».
Κάθε εποχή έχει τον μοντερνισμό της. Στα νεανικά μας χρόνια μόδα ήταν η καμπάνα στα μπατζάκια των παντελονιών. Ένας σύγχρονός μας σημερινός δικηγόρος είχε βάλει πιέτες στα μπατζάκια του και ανάμεσά της ένα κουδουνάκι για να σημειώνει την εμφάνισή του.
Ο φιλόλογός μας ήταν ο Καρ…….., άψογος καθηγητής αλλά φοβόταν τη… Μαφία. Στριφογύριζε στην αίθουσα, καταβρόχθισε σαν άλλη ιέρεια του μαντείου των Δελφών παστίλιες –Μπαλντά- και άρχιζε τον εξάψαλμο:
«Αγαπητοί μαθητές από 10ετίας λυμαίνεται το γυμνάσιο σπείρα, η οποία σκοπόν έχει να μειώσει το κύρος του καθηγητή και να θίξει την αξιοπρέπειά του. Τους γνωρίζετε αγαπητοί μαθητές, να τους καταδώσετε. Τους μοιράζουν κοστούμια και γραβάτες. Είναι ο αντιπρόσωπος της μαφίας στη Τρι……… και τους δίνει μισθό».
Δεν χρειάζεται και πολλά για να σε αποτρελάνει. Αποφασίζουν μια μέρα όλοι οι συμμαθητές να εμφανισθούν στο σχολείο με κοστούμια και γραβάτες. Δυο από αυτούς φόρεσαν και παπιγιόν. Κάποιοι από την τάξη βρίσκουν και κάποιον εξωσχολικό και την ώρα του μαθήματος χτυπά την πόρτα, χαιρετά στρατιωτικά και φωνάζει: «με έστειλε ο αρχηγός, σας έφερα τους μισθούς σας, να περάσετε να πάρετε και τα δώρα σας».
Και πέτα στο πάτωμα ένα πάκο με παλιά χαρτονομίσματα του Ράλλη τυλιγμένα με ένα σύγχρονο κατοστάρικο.
Η επόμενη καλή έκπληξη ήταν οι τιμές στο μαγαζί. Μια παρέα με 8 άτομα, παίρνοντας παγωτό με μία ή δύο μπάλες ή αναψυκτικό μάς χρέωσε 14,5 ευρώ με άφθονο νερό ποτήρια και extra κανάτες, με απαλή μουσική αγναντεύοντας την πανσέληνο και συντροφιά τους ψαράδες να ξεψαρίζουν στο φεγγαρόφωτο τα δίχτυα στα νεοφερμένα ψαροκάικα. Δεν μας πρέπει η κατήφεια.
Τα λίγα τα κάνουμε πολλά αν θέλουμε.
Π. Χελάς





































































































