Από την εποχή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους, δεν διαμορφώθηκε ποτέ σε επίπεδο κράτους κρατική συνείδηση, ούτε σε επίπεδο κοινωνίας συνείδηση κοινωνικού συμβολαίου, ώστε να μπορεί να αντιδιασταλεί, να διαχωριστεί από την αντικρατική ή αντικοινωνική συνείδηση (και πρακτική). Mε πιο απλά λόγια, αυτό που συμβαίνει διαχρονικά στην Ελλάδα είναι η συνειδητή μη αποδοχή κανόνων συμβίωσης, η εκ προθέσεως μη οριοθέτηση δικαιωμάτων – υποχρεώσεων, νόμιμου – παράνομου, θεμιτού – αθέμιτου.
Οι Έλληνες στη χώρα μας -και όχι στο εξωτερικό- ζούμε σε ανομικό σύστημα, είμαστε μέρος αυτού του ανομικού συστήματος και λύνουμε τα ανακύπτοντα ζητήματα με συμψηφισμό παρανομιών, φορτώνοντας τα δεινά και τις αποτυχίες μας στο κράτος. Αυτό ήταν και είναι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας. Και εδώ ανακύπτει το βασικό και ουσιώδες ερώτημα: Ποιος προηγείται στη διαμόρφωση της κρατικής συνείδησης ή της συνείδησης κοινωνικού συμβολαίου; Το κράτος ή η κοινωνία;
Στον βωμό της προσπάθειας εκλογίκευσης και εξορθολογισμού του ελληνικού κράτους θυσιάστηκαν πολλά εξιλαστήρια θύματα, από τον Κυβερνήτη Καποδίστρια μέχρι τον Τάσο Γιαννίτση του ΠΑΣΟΚ και τον Δημήτρη Μακρυδημήτρη -σύμβουλο του Κώστα Καραμανλή για την «επανίδρυση» του κράτους- της Ν.Δ. Και τώρα, στην εποχή της Ελλάδας του Μνημονίου, ο κλήρος γι’ αυτή την αέναα αποτυγχάνουσα προσπάθεια εξορθολογισμού – εκσυγχρονισμού – επανίδρυσης του κράτους έπεσε στον Κυριάκο Μητσοτάκη, γόνο μιας πολιτικής οικογένειας που αναπαρήγαγε και ωφελήθηκε απ’ αυτό το καθυστερημένο, αντιορθολογικό και διεφθαρμένο κράτος. Βεβαίως οικογενειακή ευθύνη δεν υπάρχει και ο ίδιος δεν έχει κατηγορηθεί, όπως ο πατέρας του, για πελατειακές πρακτικές.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια του πολυτάραχου πολιτικού του βίου, από το 1946 που εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Κρήτης με την Κεντρώα Παράταξη, μέχρι την αποχώρησή του από την πολιτική, θεωρήθηκε από μεγάλο τμήμα πολιτών ως σύμβολο της ρουσφετολογίας, της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων αλληλεξάρτησης. Πλήθος πληροφοριών βεβαιώνουν του λόγου το αληθές: Τα χιλιάδες βαφτιστήρια του, ο χαρακτηρισμός του, όταν ήταν Υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, ως «ο κύριος του 10%», ο ύποπτος ρόλος του στην αποστασία, για την αποσκίρτηση των κεντρώων βουλευτών, η αναφορά στα απομνημονεύματα του Κίρο Γκλιγκόροφ σχετικά με τις προσπάθειες συμφωνίας του ονόματος της FYROM, για κάποια «προσφορά» ενός ποσού USD 1.000.000. Η οργισμένη αναφορά του Μιλτιάδη Έβερτ για κάποια… χαμένη επιταγή ποσού USD 1.000.000, χορηγίας του Αλαφούζου στο Κόμμα. Η απόκτηση της ιδιωτικής συλλογής του αρχαίων ευρημάτων. Οι πρώτες μαρτυρίες τού ταμία του Μαθιόπουλου περί περιουσιακών του στοιχείων, τα ένδεκα χιλιάδες «γαλάζια παιδιά», που προσλήφθηκαν στη ΔΕΗ κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1990 – 1993) και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.
Θα μπορούσαμε βάσει των παραπάνω στοιχείων να ισχυριστούμε ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και πλήθος άλλων Ελλήνων πολιτικών, για τους οποίους υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία, ήταν εκείνα τα ανήθικα και διεφθαρμένα άτομα, που δημιούργησαν το καθυστερημένο, ρουσφετολογικό και πελατειακό ελληνικό κράτος και αν δεν υπήρχαν αυτοί τα πράγματα για τη χώρα μας θα ήταν καλύτερα; Δυστυχώς όχι, διότι οι αιτίες του ελληνικού προβλήματος είναι πολύ βαθύτερες και με πολύ μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και σε γενικές γραμμές θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στις έννοιες «εθνικό ασυνείδητο» και «κοινωνικό στάδιο εξέλιξης».
Και τώρα στην Ελλάδα του μνημονίου έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και ξένοι «γιατροί», σπουδαγμένοι στα καλύτερα πανεπιστήμια της Δύσης, λένε στον Έλληνα «καπνιστή» ότι αν δεν κόψει το «κάπνισμα»… θα πεθάνει. Αυτός λοιπόν είναι αναγκασμένος για να επιβιώσει να εγκαταλείψει τις συνήθειες μιας ζωής, συνήθειες της δικής του ζωής, αλλά και των προγόνων του. Να εγκαταλείψει νοοτροπίες και χαρακτηριστικά βαθειά χαραγμένα στο εθνικό του ασυνείδητο. Ο κομματικός στρατός του κατοχής αναγκάζεται να αποχωρήσει από τα κατεχόμενα εδάφη του κράτους, τα οποία είχε καταλάβει μετά από σκληρές και αιματηρές μάχες. Είναι αναγκασμένος να κόψει τους πανίσχυρους δεσμούς αίματος, τόπου και πίστης που τον συνδέουν με τους δικούς του ανθρώπους, να θέσει πάνω από τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις της οικογένειας, του σογιού, του σιναφιού, της συντεχνίας, της εντοπιότητας και γενικά των δικών του κλειστών κυκλωμάτων, τους νόμους του κράτους και τις εντολές των ξένων «γιατρών». Αναγκάζεται να θέσει πάνω από αυτούς τους πανίσχυρους εμπρόσωπους δεσμούς του με το παιδί του, τον κουμπάρο του, τον μπατζανάκη του, το συγχωριανό του, τον ομοϊδεάτη του πολιτικά, τα ψυχρά και απρόσωπα κριτήρια του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι αναγκασμένος για να μην απολυθεί από το Δημόσιο να ασχοληθεί με έννοιες ξεχασμένες: ορθολογισμός, αξιοκρατία, δημόσιο συμφέρον. Με θυμό και οργή διαβάζει τα κριτήρια της αξιολόγησής του: τρόπος της εισαγωγής του στο Δημόσιο, αν δηλαδή μπήκε με διαγωνισμό του… καταραμένου ΑΣΕΠ, που τόσες προσπάθειες έκανε για να το καταργήσει, ή αν μπήκε από το «παράθυρο». Τα τυπικά του προσόντα, δηλαδή αν διαθέτει πτυχίο ΑΕΙ και μάλιστα με καλό βαθμό (προσοχή στα μέλη κομματικών φοιτητικών παρατάξεων), αν έχει μεταπτυχιακό (προσοχή στα μέλη κομματικών φοιτητικών παρατάξεων), διδακτορικό (προσοχή στα μέλη κομματικών φοιτητικών παρατάξεων), αν γνωρίζει ξένες γλώσσες. Κριτήρια και έννοιες ξεχασμένες σε κάποια συρτάρια κομματικών γραφείων, που τόσα χρόνια τις έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια και έρχεται τώρα αυτός ο… νεοφιλελεύθερος, μνημονιακός Κυριάκος Μητσοτάκης να τον ξεβολέψει.
Θα μπορέσει άραγε ο Έλληνας ασθενής να αντέξει αυτή τη βαριά θεραπεία στον χώρο του ψυχικού του πεδίου, ώστε να συντομεύσει τον ιστορικό χρόνο της εθνικής εξέλιξής του, ή η ψυχή του θα αποθάνει μετά των ομοφύλων που τον περιβάλλουν;
Από τον 13ο αιώνα, όταν επιλέξαμε την Ανατολή έναντι της Δύσης, έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο πάντα δίλημμα στις διάφορες εκφάνσεις του: Δύση ή Ανατολή; Λογική ή Συναίσθημα; Εκσυγχρονισμός ή Παράδοση; Απρόσωπα κριτήρια ή εμπρόσωποι δεσμοί; Και πάντα επιλέγαμε το δεύτερο σκέλος του διλήμματος.
Αυτή την ιστορική στιγμή το ίδιο δίλημμα εκφράζεται μέσα από την ιδεολογική – πολιτική σύγκρουση πατέρα και γιού. Τελικά η ιστορική μοίρα ανέθεσε στο γιό να ξεθεμελιώσει το καθυστερημένο μόρφωμα του οποίου ενίσχυσε τα θεμέλια, προσθέτοντας επιπλέον και τα δικά του «πανωσηκώματα» ο πατέρας…
Θα μπορούσαμε άραγε να βρούμε καλύτερο σενάριο αρχαίας τραγωδίας;
Δημήτρης Σουλιώτης





































































































