Το ψάξιμο
Η αγωνιώδης αναζήτηση, το περιβόητο ψάξιμο, μπορεί να διαρκέσει συνεχώς επί ώρες ολόκληρες, διότι αν δεν βρουν τίποτε, το στερητικό σύνδρομο τους κάνει να συνεχίζουν με πείσμα, ενώ αν βρουν, ανοίγει η όρεξή τους και έτσι πάλι συνεχίζουν… Όταν διαπιστώσουν από τα σημάδια στο έδαφος ότι άλλοι έχουν προηγηθεί στο ψάξιμο, εκβάλουν σε στεναγμό απελπισίας. Εάν όμως οι κουραστικές προσπάθειές τους στεφθούν από επιτυχία, την ανακάλυψη συνοδεύει επιφώνημα ικανοποίησης. Μερικοί, μάλιστα, μονολογούν, ενώ οι πιο εκδηλωτικοί σχεδόν αλαλάζουν. Όταν όμως υπάρχουν κοντά και άλλοι, το μάζεμα γίνεται όσο το δυνατόν γρήγορα και αθόρυβα, πριν καταφτάσουν επιτόπου οι παρείσακτοι συνάδελφοι. Το εύρημα ξεριζώνεται με απαλές κινήσεις και ο θαλλός (πόδι, κορμός) κόβεται χαμηλά με το μαχαίρι, για να εξακριβωθεί κατά αρχήν εάν είναι γερό, κατόπιν για να αποτελέσουν τα απορρίμματα σπόρο και κυρίως να δουν τα κομμάτια οι άλλοι, που αργά ή γρήγορα θα περάσουν από εκεί και θα σκάσουν από το κακό και τη ζήλια τους.
Η επιστροφή
Κάποτε, βέβαια, οι κουρασμένοι μαχητές επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη. Όταν η συγκομιδή είναι αρκούντως ικανοποιητική, ακολουθεί «σεμνή επίδειξη των ικανοτήτων τους». Στο πολυσύχναστο καφενείο τους παραγγέλνουν ποτό, ενώ αφήνουν δήθεν αδιάφορα, αλλά σε κοινή θέα, το γεμάτο καλαθάκι πάνω στο τραπεζάκι, συγκεντρώνοντας με αυτό τον τρόπο τα περίεργα αλλά και ζηλόφθονα βλέμματα όλων. Όταν όμως τα αποτελέσματα των κόπων τους είναι ανύπαρκτα ή πενιχρά, τραβούν γρήγορα και αθόρυβα για το σπίτι, όπου παραμένουν έγκλειστοι και αμίλητοι.
Οι άγραφοι κανόνες των μανιταράδων
• Δεν αποκαλύπτουν ποτέ το πώς το πότε και κυρίως το πού των προσπαθειών τους. Όταν τους ρωτούν, οι απαντήσεις τους είναι λακωνικές, αόριστες και βέβαια παραπλανητικές με αποτέλεσμα οι ερωτώντες περίεργοι να ψάχνουν την επομένη άδικα σε άλλη γη και σε άλλα μέρη. Όταν κατόπιν εκφράζουν τα δικαιολογημένα παράπονά τους, η απάντησή τους είναι αποστομωτική. «Αν δεν ξέρεις να μην πηγαίνεις».
• Κατ’ εξαίρεση, εάν ο ερωτών έχει δώσει έγκυρες ανάλογες πληροφορίες, τότε ως ανταπόδοση παρέχονται σε αυτόν και μόνο εμπιστευτικά περιγραφή της σωστής τοποθεσίας.
• Κρατούν λίγα για δική τους χρήση, ενώ τα υπόλοιπα τα μοιράζουν σε φίλους, συγγενείς και γείτονες, προκειμένου να διατηρήσουν την καλή φήμη των ικανοτήτων τους.
• Η προσφορά σε άλλον συνάδελφο του προϊόντος αποτελεί βαριά προσβολή και για τον αποδέκτη, διότι έτσι υπονοείται η ανικανότητά του.
• Η εξαίρεση και εδώ αφορά τους ασθενείς ή τους σοβαρά κωλυόμενους, οι οποίοι αδυνατούν λόγω ανωτέρας βίας να «εκστρατεύσουν».
• Είναι πολύ έμπειροι και αψευδείς μάρτυρες, γι’ αυτό έχουν το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι στην 80χρονη ιστορία τους, ουδέποτε εμφανίστηκε στην Ερυθραία το παραμικρό κρούσμα δηλητηρίασης.
• Το σύνθημά τους είναι η παλιά ερυθραιώτικη παροιμία: «Μάζευε ό,τι χόρτα βρεις και μανιτάρια όσα ξέρεις». Το παρασύνθημά τους: «ΠΡΟΣΟΧΗ» γιατί το πρώτο λάθος θα είναι και το τελευταίο.
Ιστορικά συμβάντα
• Ο αείμνηστος Παντελής Πολιτάκης θεωρείται ο κάτοχος του Πανερυθραϊκού ρεκόρ συγκομιδής με 400 κιλά που τα μάζεψε το 1978 μια Κυριακή στη Θήβα.
• Το μεγαλύτερο, μεγέθους μικρής στρογγυλής πιατέλας και βάρους
500 γραμμαρίων, το βρήκε ο Γιώργος ο Δημάκης (Πασάς), αλλά το ρεκόρ του αμφισβητείται λόγω έλλειψης αυτοπτών μαρτύρων.
• Ο αείμνηστος Μαθιός Φραγκούλης (Πρίσκα) βρήκε το 1978, μέσα στην Ερυθραία, στο αδόμητο οικόπεδο της Οδού Βρυώνων 22, ιδιοκτησίας Γ. Ανδρεαδάκη, 5 τεμάχια. Το πρωτοφανές αυτό γεγονός γιορτάστηκε πανηγυρικά στο απέναντι κουτούκι του Γιαννακού του Κουνέλλα. Σήμερα στα δύο αυτά μέρη έχουν σηκωθεί πολυκατοικίες.
Το ερυθραιώτικο αντικείμενο της λατρείας
Ανήκει στο είδος των Lactarius (με σαράντα ποικιλίες, μεταξύ των οποίων ο Lactarius Delisious (Λακτάριος ο νόστιμος), αντικείμενο λατρείας των γνήσιων Ερυθραιωτών ανδρών και γυναικών, έχει χρώμα πορτοκαλί προς το ωχρό με πινελιές καφέ ή πράσινες. Είναι σαρκώδες και όταν κοπεί εκκρίνει χυμό χρώματος καροτί. Φύεται στα πιο απίθανα και απρόβλεπτα μέρη, καλά κρυμμένο κάτω από πευκοβελόνες, μέσα σε πεσμένα φύλλα δένδρων, κοντά στις ρίζες άγριων θάμνων (θυμάρια, αθροίμπες , αφάνες, κουνούκλες, σχοίνα, κουμαριές).






































































































