Θ’ αρχίσω το κομμάτι μου αυτό με μια αναδρομή στα 1970 και κάποιες αξέχαστες εμπειρίες που ζήσαμε παρέα με τον κολλητό μου φίλο και γείτονα Κώστα Χ. Είχαμε μια κοινή τρέλα, το μπάσκετ. Ήταν βλέπετε τα χρόνια της αρχής της εκπληκτικής πορείας του Γ.Σ.Α., του Γυμναστικού Συλλόγου Αμαρουσίου. Βέβαια ο Κώστας έπαιζε και μπάσκετ! Ήταν πολύ καλός πλέι-μέικερ, έξυπνος, ευέλικτος και αρκετά εύστοχος από μακρινή απόσταση.
Αντίθετα, εγώ όσον κι αν προσπάθησα, δεν τα κατάφερα. Έτσι περιορίστηκα στο να μείνω φανατικός φίλαθλος του αθλήματος. Το τονίζω φίλαθλος, όχι οπαδός. Ήταν κι αυτό ένα χαρακτηριστικό εκείνης της «άδολης» εποχής.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τόσον όσο φορά άτομα όσο και συγκεκριμένους αγώνες εξαιρετικής κρισιμότητας, δεν υπήρχαν βιαιότητες και κυριαρχούσε η αγάπη όλων μας για το παιχνίδι. Ο όρος «χουλιγκανισμός» ήταν άγνωστος τότε.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις παλαβομάρες που κάναμε οι δυο μας για την ομάδα. Ήταν η εποχή που το Μαρούσι έγραψε τη πρώτη χρυσή σελίδα της μετέπειτα ένδοξης ιστορίας του. Με μπροστάρη τον Κώστα Κουτσούκο, τον Παύλο Αραποστάθη, τον Νίκο Μαραθιανάκη, τον Παναγιώτη Δικαίο και πολλούς άλλους (ας με συγχωρήσουν τα υπόλοιπα παιδιά που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους) ανεβήκαμε για πρώτη φορά στην Α’ Εθνική.
Δύο αγώνες θα μείνουν για πάντα χαραγμένοι στη μνήμη μου. Ο ένας ήταν κατά τη διάρκεια της χρονιάς που ανεβήκαμε, για το πρωτάθλημα της Α2 βέβαια κατηγορίας. Δεκέμβρης μήνας, χιόνιζε. Γυρίζαμε από το φροντιστήριο με τον Κώστα. Με το που έφτασε το τραίνο στο Μαρούσι, κατεβήκαμε σαν τους τρελούς τις σκάλες του σταθμού και με μια ανάσα φτάσαμε στο Σπύρο Λούη («ανοικτό» ακόμα εκείνα τα χρόνια). Λόγω των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών, ο αγώνας με τον Αρίωνα είχε αρχίσει, για καλή μας τύχη, με μεγάλη καθυστέρηση. Είχαμε κοκαλιάσει απ’ το κρύο αλλά το τελικό σκορ έχει μείνει ανεξίτηλα γραμμένο στο μυαλό μου. Το Μαρούσι νίκησε με… 29 – 28!!!
Το άλλο παιχνίδι ήταν αυτό που έκρινε την άνοδο στην Α’ κατηγορία.
Πάντα μαζί με τον Κώστα στο κλειστό στου Σπόρτιγκ, στα Πατήσια. Αντίπαλός μας η Ολυμπιάδα Πατρών. Κερδίσαμε αρκετά καθαρά, αν και δεν θυμάμαι το ακριβές σκορ. Εγώ, όπως συνήθως μου συνέβαινε στους περισσότερους αγώνες της ομάδας, στο τέλος δεν μπορούσα να μιλήσω. Βράχνιαζα τόσο πολύ που έκλεινε τελείως η φωνή μου. Παρ’ όλο όμως που από τότε έχουν περάσει πάνω από σαράντα χρόνια, ακόμα μου έρχονται στο στόμα τα συνθήματα που φωνάζαμε.
Ο προπονητής της Ολυμπιάδας Πατρών λεγόταν Καράλης. Κι όταν πια ο αγώνας είχε οριστικά κριθεί, του φωνάζαμε:
«Του Καράλη του καημένου, τίποτ’ άλλο δεν του μένει,
μία πέτρα στο λαιμό του και ντουγρού στη Βουλιαγμένη»
και το πιο κλασικό, που ακουγόταν σε όλα τα νικηφόρα παιχνίδια της ομάδας:
«Σας πήρε το ποτάμι, σας πήρε ο ποταμός
σας έκλεισε το σπίτι, ο Μαρουσιακός».
Μετά απ’ αυτήν την, ομολογουμένως, ρομαντική αναδρομή στο παρελθόν, θα ήθελα να κάνω έκκληση σε όλους εκείνους που αγάπησαν τον σύλλογο και προσέφεραν σ’ αυτόν, από διαφορετικά μετερίζια ο καθένας, να ξεκινήσουμε όλοι μαζί μια προσπάθεια για την πραγματική του αναγέννηση.
Αναφέρομαι σε ανθρώπους όπως ο Βασίλης Κωνσταντίνου (παρ’ όλο που σε πολύ δύσκολες στιγμές προσπάθησε να σώσει τον ΓΣΑ, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε), σε όλους τους παλιούς παίκτες και προπονητές, στη Δημοτική μας Αρχή και τέλος σε σένα, προσωπικά, αγαπητέ μου Χρήστο που διετέλεσες επί μία περίπου τριετία μάνατζερ της ομάδας.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι οι εποχές άλλαξαν. Η αγάπη και το μεράκι δεν αρκούν πια. Οι ομάδες που επιθυμούν διακρίσεις και τίτλους πρέπει να οργανωθούν «επαγγελματικά» και είναι απαραίτητο να έχουν μεγάλο μπάτζετ.
Θεωρώ όμως καθήκον όλων μας, όσων αγαπούν αυτόν τον τόπο, το Μαρουσάκι μας και αυτή την ομάδα, να βοηθήσουμε στην αναγέννησή της και την επάνοδο στα «σαλόνια» που της ταιριάζουν.
Με εκτίμηση
Σπύρος Γρίβας
(ένας αγνός φίλαθλος του ΓΣΑ)







































































































