Αυτή η επικράτηση επιτεύχθηκε όμως μετά και τη στήριξη από μια ανίερη συμμαχία της δεξιάς με την παραδοσιακή αριστερά, αποτέλεσμα της οποίας ήταν μια συγκυβέρνηση περίεργη, ανιστόρητη και εξαμβλωματική των δύο «άκρων» που συμφώνησαν όχι σε ένα πρόγραμμα, αλλά σε μια σύμπλευση ανατροπής του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Αφού η δεξιά ήθελε να επιστρέψει στην εξουσία, αφού η ολιγαρχία του πλούτου ήθελε να επιστρέψει στη διαχείριση της οικονομίας της χώρας και στη λεηλάτηση του δημοσίου πλούτου. Αφού η παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά ήθελε να επιστρέψει στα ποσοστά της εκλογικής της δύναμης που τα έβλεπε να ελαχιστοποιούνται από το σοσιαλιστικό κίνημα.
Η κυβέρνηση της δεξιάς, την πρώτη περίοδο της δεκαετίας του 1990, «έπεσε» ακριβώς από τη διαμάχη των οικονομικών συμφερόντων και τη σύγκρουση για τη λεία του οικονομικού πλούτου της χώρας.
Αυτή την πτώση βέβαια, στήριξε ένα μικρό τμήμα της ακραίας δεξιάς που θέλησε να εκφράσει την «πολιτική άνοιξη» με την οικονομική επιχορήγηση των προμηθευτών του Δημοσίου που απλόχερα πάντα σπαταλούσαν ένα ποσοστό δέκα τοις εκατό, για τους συνεργούς της διαφθοράς, μέσα στην οποία εκινούντο οι αναθέσεις και οι προμήθειες στα πλαίσια μιας εκτεταμένης διαπλοκής.
Μετά από αυτή τη διάσπαση της δεξιάς, το ΠΑΣΟΚ έρχεται πάλι στην κυβέρνηση, για μια ακόμα τετραετία μεταρρυθμίσεων.
Όμως η επισφαλής υγεία του Ανδρέα Παπανδρέου οδήγησε το κίνημα, κάτω από μια ασφυκτική πίεση των οργανωμένων οικονομικών και εκδοτικών συμφερόντων, στην αλλαγή ηγεσίας και την επικράτηση του «εκσυγχρονισμού» που ήταν επιλογή εκδοτικού συγκροτήματος με τη συνεργασία και των άλλων δυνάμεων, οι οποίες ήλεγχαν και καθοδηγούσαν τη συντηρητική πλευρά του κόμματος.
Η περίοδος του «εκσυγχρονισμού» ήταν μια σαφής στροφή στις νεοφιλελεύθερες τάσεις και στη συνεργασία με τις συντηρητικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις.
Την περίοδο αυτή μεγιστοποιήθηκε η διαφθορά και επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα η διαπλοκή. Εξέλιπε η ηθική στην πολιτική και απουσίαζε η διαφάνεια στη διακυβέρνηση.
Ενώ η ένταξή μας στην Οικονομική Νομισματική Ένωση της Ε.Ε. με την «ισοτιμία» ενός ευρώ προς τριακόσιες σαράντα δραχμές, εκτίναξε το κόστος ζωής στον αέρα και μεγιστοποίησε τα κέρδη του οργανωμένου εμπορίου των πολυεθνικών εταιρειών και των ολιγοπωλίων.
Αυτές όμως ήταν οι αφετηρίες και της εκτίναξης του δημόσιου χρέους. Ενώ η διακυβέρνηση της δεξιάς που ακολούθησε, συνεργάστηκε με τους «νταβατζήδες» που κατήγγειλε, διεύρυνε το δημόσιο χρέος επικίνδυνα και έφερε τη χώρα στον έλεγχο του Δ.Ν.Τ. και της Ε.Ε. και προσέφερε την οικονομία βορά των διεθνών κερδοσκόπων.
Έχουμε επιστρέψει έτσι, στο απώτερο παρελθόν της δεκαετίας του 1960, τόσο πολιτικά, όσο και οικονομικά.
Πάνω από ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες άνεργοι, σχεδόν στο 30% η ανεργία του πληθυσμού, ενώ η ανεργία των νέων ξεπερνάει το 50%, γι’ αυτό και η μετανάστευση επιστρέφει ως «ευλογία θεού» κατά τη δεξιά, για τη χώρα.
Γιατί οι φτωχοί έχουν γίνει φτωχότεροι, οι πλούσιοι πλουσιότεροι, αφού το κόστος ζωής ανεβαίνει, όταν τα ημερομίσθια, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται δραστικά. Δεν ευημερούν οι αριθμοί, ούτε ζουν οι άνθρωποι.
Μπροστά σ’ αυτή την τραγική πραγματικότητα, πάνω από μισό εκατομμύριο νοικοκυριά χάνουν το σπίτι τους, πάνω από μισό εκατομμύριο ελεύθεροι και ανεξάρτητοι επαγγελματίες δεν έχουν δυνατότητα καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών τους, πάνω από ένα εκατομμύριο είναι κάτω από τα όρια της φτώχειας και χωρίς υγειονομική και νοσοκομειακή περίθαλψη.
Επενδύσεις δεν υπάρχουν, και όταν υπάρχουν, η δημόσια διοίκηση ανεπαρκής και αναποτελεσματική, δε μπορεί να στηρίξει την προοπτική τους.
Η παραγωγή μειώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να εισάγονται ακόμα και προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής από τα οποία θα έπρεπε να είχαμε επάρκεια.
Η παραγωγικότητα εξακολουθεί να είναι ζητούμενο, γιατί δεν υπάρχει έμπνευση και αισιοδοξία.
Μεταρρυθμίσεις που να αφορούν το λαό και το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο του λαού, δεν προωθούνται. Ψηφίζονται με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, «μεταρρυθμίσεις» που υπαγορεύουν οι δανειστές και προωθεί η κυβέρνηση, με τη Βουλή να επικυρώνει και όχι να νομοθετεί σε μια εποχή απόλυτης σύγχυσης της διάκρισης των εξουσιών.
Η διαφθορά να έχει ξεπεράσει το 10% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, η διαπλοκή να αγγίζει το 35% και το δημόσιο χρέος να μην είναι ούτε, μετά τις τόσες θυσίες, βιώσιμο.
Την ευημερία της κοινωνίας των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1980, έχει διαδεχθεί μετά τρεις δεκαετίες τώρα, η κόλαση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και η εξαθλίωση των νοικοκυριών.
Γι’ αυτό μόνο μια ειρηνική κοινωνική επανάσταση μπορεί να δώσει διέξοδο στην ηθική, κοινωνική και οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα.
Αυτή την ειρηνική κοινωνική επανάσταση αναμένει η χώρα από τη νέα γενιά.
Η νέα γενιά, για άλλη μια φορά, είναι η ελπίδα της χώρας.
Από αυτή τη νέα γενιά αναμένεται η σωτηρία, η αλλαγή, η μεταρρύθμιση, η ηθική στην πολιτική, η διαφάνεια στη διακυβέρνηση.
Μόνο η νέα γενιά μπορεί να εγγυηθεί ένα κοινωνικό κράτος, μια ευνομούμενη πολιτεία, μια ανθρώπινη κοινωνία.
Μανώλης Μπεντενιώτης
Nομικός & οικονομολόγος, Καθηγητής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, πρ. πολιτικός



































































































