Βεβαίως δεν θα αμφισβητήσω ποτέ ότι το Δημόσιο Σχολείο παρέχει στα παιδιά ένα πολύτιμο στοιχείο. Το στοιχείο της κοινωνικής συναναστροφής και της στενής γνωριμίας και της ψυχολογίας συμμαθητών που εκπροσωπούν όλα τα στρώματα που θα κληθούν αργότερα να συναντήσουν και συχνά θα συμβιώσουν η θα συνεργασθούν μαζί τους στη μελλοντική τους ζωή. Ένα σχολειό που πέρα από τα γράμματα προσφέρει στο παιδί και τον έφηβο, τη μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσει και να εναρμονισθεί με ολόκληρη την βεντάλια του κοινωνικού ιστού που μια μέρα θα τον περιβάλλει, είναι χωρίς αντίρρηση πολύ μεγάλη προσφορά στον μαθητή. Πάντως δεν παύω να πιστεύω ότι στην Ελλάδα τα «συν» της ιδιωτικής σχολικής παιδείας, δυστυχώς, δεν παύουν από του να υπερτερούν των «συν» που προσφέρονται στη χώρα μας από τη δημόσια παιδεία εδώ και πολλά χρόνια. Οι λόγοι είναι πολλοί: Ανέχεια, έλλειψη ανταγωνιστικών παραγόντων, προστριβές πολλών εμπλεκομένων παραγόντων, κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις, πιθανώς συμφέροντα και τελικά έλλειψη ισχυρού οράματος . Δεν είμαι βέβαια εκπαιδευτικός αλλά με τις όσες εμπειρίες μου και όσες γνώσεις μου επί του θέματος, θέλω να πιστεύω, πως αυτά που εκφράζω ίσως βρίσκουν σύμφωνους όσους ειδικούς που ασφαλώς θα έχουν εντρυφήσει πολύ περισσότερο στους γνωστικούς χώρους του θέματος αυτού.
Απογοητεύθηκα πάντως πρόσφατα με την πρόταση να επιβαρυνθεί η ιδιωτική παιδεία με ένα δυσβάσταχτο μέχρι και εξοντωτικό 23% ΦΠΑ. Ευτυχώς όμως φαίνεται ότι με δεύτερη σκέψη, ο «Τυφώνας» αυτός δεν ενέσκηψε επί της ιδιωτικής παιδείας, ακούγεται δε ότι αποσύρεται η σκέψη αφού πέρασε επιτυχώς το «τεστ» κάποιας… διαφορετικής λογικής. Για να είμαι ειλικρινής, προς στιγμή μου πέρασε από το νου μήπως αυτό το απίστευτο 23% ήταν η απαρχή ξηλώματος της ιδιωτικής παιδείας στα σχολειά. Μετά όμως σκέφθηκα πως οι αρμόδιοι -δεν μπορεί- θα αναγνωρίζουν οπωσδήποτε και θα θυμήθηκαν πως απανταχού στον κόσμο αλλά και εδώ στην Ελλάδα μας, ποσοστό ευαγών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και βεβαίως σχολείων, βρίσκονται σε χέρια όχι δημοσίων φορέων και που αυτά τα ιδιωτικά σχολειά, προσέφεραν και προσφέρουν εξαίρετη μόρφωση σε όλες τις βαθμίδες της σχολικής αγωγής και παιδαγωγικής. Συμφωνώ ασφαλώς με τον κ. υπουργό που επρότεινε την ενίσχυση των Δημοσίων Σχολείων μας. Αλίμονο να μη συμφωνούσα! Όμως κ. υπουργέ: «Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος!» έγραφε κάποτε ο σοφιστής Λουκιανός. Αυτήν όμως τη λεπτομέρεια, όπως φαίνεται, ίσως την ξέχασε ο κ. υπουργός μας.
Για να εξομοιωθεί πάντως το Δημόσιο Σχολείο με το Ιδιωτικό και επειδή τώρα και στο απώτερο μέλλον δεν θα υπάρχει φράγκο για φράγκο, νομίζω ότι πρέπει να αφήσουμε ούτως η άλλως ήσυχα τα Ιδιωτικά να κάνουν το εξαίρετο έργο τους ανενόχλητα. Εάν πάντως αυτό ενοχλεί ορισμένους και θεωρείται στην εποχή μας και αυτό ακόμη πολυτέλεια, τότε υπάρχει πάντα και η άλλη γνωστή και απλή λύση: Να σφάξουμε την κατσίκα του γείτονα!
* Η ΑΜΑΡΥΣΙΑ εγκαινιάζει σήμερα μια νέα συνεργασία με τον Κηφισιώτη Γιάννη Μελά, κάτι που αποτελεί φυσικά τιμή για την εφημερίδα και για το αναγνωστικό κοινό της.
Ο Γιάννης Μελάς γεννήθηκε το 1930 από πατέρα Ηπειρώτη και μητέρα Μακεδονίτισσα. Από μικρός, πέρα απ’ το σχολείο του και τη μουσική, είχε και μεγάλη αγάπη τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις πολιτιστικές δραστηριότητες και πολιτισμικές αξίες σε ό,τι αφορούσε τα χαρακτηριστικά και τις παραδόσεις της πατρίδας μας.
Από μικρός έγραφε και συνέχισε και στο Γυμνάσιο να αποτυπώνει και να δημοσιεύει τις περιγραφές του γύρω από τους ανθρώπους και τη ζωή. Οι συνθήκες τότε, δεν τον άφησαν να συνεχίσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Το 1948 έφυγε για την Αγγλία όπου σπούδασε οικονομικά και επιστρέφοντας μετά τέσσερα χρόνια υπηρέτησε τη θητεία του ως έφεδρος αξιωματικός του Ναυτικού, μετά τη λήξη της οποίας, εργάσθηκε μέχρι το 1978 σε Γεωργική Ζωοτεχνική Επιχείρηση. Αργότερα ίδρυσε την προσωπική του επιχείρηση με αντικείμενο την αντιπροσώπευση ξένων βιομηχανιών παραγωγής πρώτων υλών για τη διατροφή αγροτικών ζώων.
Την επιχείρηση αυτή κράτησε μέχρι το 1994, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Ξαναγυρίζοντας τώρα πιο έντονα στην παλιά του αγάπη, το γράψιμο -που δεν εγκατέλειψε ποτέ- δεν έπαψε να αρθρογραφεί σε ημερήσιες εφημερίδες αλλά και στην τοπική εφημερίδα «Κηφισιά». Έτσι κι αλλιώς η πόλη της Κηφισιάς αντιπροσώπευε γι’ αυτόν μια ζωή ολόκληρη και μια πόλη που αγάπησε τόσο.
Στο διάστημα αυτό ασχολήθηκε παράλληλα μερικά χρόνια με τα δημοτικά πολιτιστικά δρώμενα της Κηφισιάς, όταν εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος το 1994. Από τότε συνεχίζει να ζει σε τούτη την πόλη, που όπως ο ίδιος λέει, του τη χάρισε ο Θεός και γράφει τις αναμνήσεις του, καθώς και στιγμιότυπα της ζωής, με την ελπίδα ότι θα αρέσουν και θα ενδιαφέρουν όσους τα διαβάσουν.





































































































