Συνεχίζοντας η Καλλιρρόη Παρρέν την περιγραφή της ζωής των χωρικών του Μαρουσιού το καλοκαίρι του 1888, στο δεύτερο μέρος του κειμένου της (Εφημερίς των Κυριών, φύλλο της 3ης Ιουλίου 1888) εστιάζει την προσοχή της σε τρία θέματα: στο αλώνισμα των σιτηρών, που αποτελεί μια σημαντική στιγμή του κύκλου των ετήσιων εργασιών των κατοίκων του, στην εμφάνιση των γυναικών και στη σχολική εκπαίδευση, που μεταδίδει στείρες και άχρηστες -κατά τη γνώμη της- γνώσεις στους μαθητές, συνοδευόμενες μάλιστα και από ξύλο.
«Μεγάλως κινούσι το ενδιαφέρον του εν τω μονοτόνω των πόλεων βίω εξοικειωμένου ανθρώπου αι πολυποίκιλοι των χωρικών ενασχολήσεις», γράφει εισαγωγικά η Παρρέν, απευθυνόμενη στο γυναικείο και αστικό κοινό της Εφημερίδος των Κυριών. «Εάν ημείς εν ταις πόλεσιν αισθανόμεθα την μετατροπήν των ωρών του έτους εκ της μεταβολής των ενδυμάτων και της αυξήσεως ή ελαττώσεως της θερμοκρασίας, αι Αμαρουσιώτιδες έχουσιν ως ημερολόγιον αυτών το θέρισμα, το αλώνισμα, τον τρυγητόν και την συγκομιδήν των ελαιών.» Και αρχίζει μια πολύ ποιητική περιγραφή του αλωνίσματος, που πραγματοποιούνταν στην τοποθεσία Αλώνια, εκεί που βρίσκεται σήμερα η ομώνυμη πλατεία επί της λεωφόρου Πεντέλης.
Οι γυναίκες στο αλώνισμα
«Ο Ιούνιος είναι ο Αλωνάρης των Αμαρουσιωτών, οίτινες αδελφοποιούμενοι και μίαν οικογένειαν αποτελούντες, μεταβαίνουσι μετά των γυναικοπαίδων και κτηνών εις το αλώνιον, όπως εναλλάξ από κοινού αλωνίσωσι τον ενί εκάστω τούτων ανήκοντα σίτον. Ο φλέγων ήλιος υψούται από της πέμπτης πρωινής ώρας εις τον ορίζοντα και εν τοις αλωνίοις είναι ήδη εκτετυλιγμένα τα σιτοφόρα δέματα, περικαλύπτοντα ως χρυσούς στάχυς την μητέρα και τροφόν γην και προφυλάττοντα αυτήν από της καυστικής αντανακλάσεως του πυριφλεγομένου ορίζοντος. Και βλέπει τις την χρυσόξανθον ταύτην θάλασσαν πυρπολουμένην, αντανακλώσα και αυτό το του καίοντος αέρος φεγγοβόλημα και φουσκοκυματούσαν εις πάσαν αυτού καυστικήν πνοήν.»
Στο αλώνισμα δουλεύουν όλες οι γυναίκες του χωριού, που πρέπει να φροντίσουν συγχρόνως για τη διατροφή των οικογενειών τους και των εργατών. «Κατά την εποχήν ταύτην αι γυναίκες ου μόνον αλωνίζουσι, διαλέγουσι και κοσκινίζουσι μετά των ανδρών, αλλά και προετοιμάζουσι πρόγευμα, γεύμα και δείπνον διά τους συνεργάτας (κολίγας) αυτών. Και βλέπει τις αυτάς ακαμάτους, με μυς χαλυβδίνους, ισχνάς, ηλιοκαείς, ιδρωρρεομένας, πλην μετ’ ευθυμίας και γελώτων επιδιδομένας εις το έργον.» Σημειωτέον ότι οι γυναίκες εργάζονται ξυπόλητες.
Στο τέλος όμως μιας τόσο κοπιαστικής ημέρας επικρατεί ενθουσιασμός, καθώς έρχεται η ώρα της ξεκούρασης και της διασκέδασης. «Η ημέρα κλίνει προς την δύσιν της. Ο γέλως των χωρικών αντηχεί εις τα τέσσερα του ορίζοντος σημεία. Η ευθυμία και χαρά των είναι παιδική επί τη προσεγγίσει της εσπέρας, καθ’ ην εν κύκλω επί της γυμνωθείσης ήδη γης, μετά δείπνον εκ λαχανικών μαγειρευμένων, τυρού και νωπών καρπών, χορεύουσιν αι νεάνιδες μετά των νέων, συνοδευόμεναι οτέ μεν υπό της κλαυθμηράς συνήθους ανατολικής επωδής, ότε δε υπό της προσφιλούς αυτοίς φλογέρας.»
Ένα ρούχο για όλο το χρόνο
Οι νέες του Μαρουσιού δεν χρειάζεται να αλλάξουν φορέματα και να περιποιηθούν την εμφάνισή τους για να πάρουν μέρος σε αυτούς τους πρόχειρους, υπαίθριους χορούς. Έχουν ένα καθημερινό ρούχο για όλο το χρόνο. «Ημέρα και νύκτα, χειμώνα και θέρος φέρουσι τον μάλλινον εκείνον λευκόν χιτωνίτην μετά των ποικιλοχρώμων μαλλίνων ποικιλμάτων, του χονδροειδούς υποκαμίσου, των χονδροειδεστέρων πεδίλων και του κακοχρωματισμένου κιτρίνου μανδυλίου. Μόνον το Πάσχα ή επίσημον του έτους εορτήν φέρουσι τα νυμφικά των φορέματα, άτινα μετά τόσης θρησκευτικής ευλαβείας φυλάττονται, ώστε πολλάκις κληροδοτούνται εις τρίτην και τετάρτην γενεάν.»
Ήδη όμως, παρατηρεί η Παρρέν, η παραδοσιακή ενδυμασία εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από ευρωπαϊκού τύπου φορέματα. «Δυστυχώς αι γυναίκες του Αμαρουσίου, άσχημαι επί το πολύ, αρνούνται οσημέραι το γραφικόν τούτο ένδυμα. Φέρουσιν εσθήτα επί το ευρωπαϊκώτερον, εις ην προσκολώσιν ατέχνως περίπτυχα άκομψα, ποικίλλοντα κατά τε το χρώμα και τας διαστάσεις. Αι δήθεν πεπολιτισμέναι φέρουσιν ασκεπή την κεφαλήν ατέχνως και σπανίως κτενιζόμεναι, αι λοιπαί δε συγκρατούσι την κόμην των διά λευκών ή χρωματιστών μανδυλίων.» Όσο για παπούτσια, τέτοια διαθέτουν κυρίως οι άντρες: «Συνεχέστερον βλέπει τις ανυποδήτους γυναίκας ή άνδρας». Οι άντρες απολαμβάνουν και άλλα πλεονεκτήματα: «Ο ανήρ τηρεί πάντοτε την θέσιν του ως αυθέντης και κύριος, δι’ ό και η καλλιτέρα μερίς της πατρικής περιουσίας κληροδοτείται μάλλον προς τους υιούς ή προς τας θυγατέρας».
Η ανατροφή των παιδιών
Εκτός από τα δικαιώματα των γυναικών, την Καλλιρρόη Παρρέν απασχολεί έντονα η παιδεία και εν γένει η θέση των παιδιών. Γι’ αυτό και σχολιάζει εκτενώς την ανατροφή και την εκπαίδευση των παιδιών του Μαρουσιού. «Τα τέκνα των (ενν. των Μαρουσιωτών) ανατρέφονται φυσικώτατα. Γυμνά και ανυπόδητα, ροκανίζοντα μετά την απογαλάκτισίν των τεμάχια μαύρου άρτου, σπανιώτατα δε τρώγωντα κρέας. Ανά παν βήμα συναντά τις ροδοκόκκινα, ξανθωπά ή μελαχροινά μικρά τοιαύτα, κλονιζόμενα επί των μικρών παχουλών ποδών των, των αψηφούντων τους λίθους και τας ακάνθας τής υπό του καίοντος ηλίου πεπυρακτωμένης γης. Τρέχουσιν αμέριμνα και χαρωπά, άνευ αναμνήσεως της χθες, άνευ σκέψεως της αύριον. Ποδήρης χιτών αμφιβόλου χρώματος αποτελεί ως επί το πολύ την περιβολήν των μικρών τούτων ανθρωπίσκων …».
Το σχολείο, που ακολουθεί, προσφέρει στα παιδιά άχρηστες κατά την Παρρέν γνώσεις: «μετά κόπου διδάσκονται τας αφηρημένας της επαράτου γραμματικής στοιχειώδεις γνώσεις. Η γραμματική βλέπετε, ανιλεώς καταδιώκει την ανθρωπότητα. Εγκαθιδρύεται εις τα σχολεία των χωρικών εν όλη τη σχολαστικότητί της. Αδιάφορον εάν ο μικρός παις αποφοιτών επιδίδωται εις αγροτικόν βίον αγνοών τας στοιχειώδεις αρχάς της γεωργίας, της βοτανικής και της κτηνοτροφίας». Η συγγραφέας μιλά για το δημοτικό σχολείο των αρρένων, που στεγαζόταν τότε στο σημερινό Παλαιό Δημαρχείο και ακολουθούσε το πρόγραμμα διδασκαλίας το οποίο μεταξύ άλλων επέβαλλε την εκμάθηση της καθαρεύουσας. Όπως όμως αναφέρει η ίδια στο τελευταίο μέρος του άρθρου της, το επίπεδο της ελληνομάθειας στο Μαρούσι είναι πολύ ικανοποιητικό.
Ανάμεσα στο σχολείο και την παιδική εργασία
«Ευνόητον όθεν τυγχάνει», συνεχίζει η Παρρέν, «πόσον προθύμως οι μικροί ούτοι εξυπόλητοι αποσπώσι του λαιμού αυτών την λωρίδα του χαρτοφύλακος, ίνα δράμωσιν ανά τους κήπους και τας αμπέλους, και βοσκήσωσι την προσοδοφόρον αίγα, ή τα κατά την εποχήν ταύτη κεκαρμένα πρόβατα. Ολόκληρος στρατιά εκ δεκαετών, οκταετών και εξαετών τοιούτων μικροσκοπικών φυλάκων εξ αμφοτέρων των φύλων μεταβαίνει πολλάκις από πρωΐας και διημερεύει εις αγρόν υπέρ την λεύγην του χωρίου απέχοντα, προς επίβλεψιν των εκεί οπωροφόρων της οικογενείας δένδρων. Και επιστρέφουσι το εσπέρας με την κενωθείσαν λάγηνον ανά χείρας με δέκα ή δεκαπέντε βερύκοκα ή απίδια εντός ρυπαρού ράκους, με υπόλοιπον τεμαχίου ξηρού μαύρου άρτου, όστις αποτελεί την μόνην τροφήν των καθ’ όλην την ημέραν…».
Υποσιτιζόμενα, κακοντυμένα, ξυπόλητα, τα παιδιά προτιμούν –ή και αναγκάζονται– να δουλεύουν στα χωράφια και στα ζωντανά της οικογένειας, παρά να κλείνονται στους τοίχους του σχολείου, όπου παραμονεύει το ξύλο. Ο σύντομος διάλογος της Παρρέν με έναν μικρό Μαρουσιώτη είναι χαρακτηριστικός:
«– Πού ευχαριστείσαι καλλίτερα, εις το βουνόν ή εις το σχολείον, ηρώτησα το ευφυέστερον των προ εμού χαμινίων.
– Στο σκολιό σκάω, νυστάζω, μοι απήντησε βλέπων τους συντρόφους του και προσπαθών να διαγνώση εν τοις οφθαλμοίς των, αν η ειλικρίνειά του είναι επίκαιρος.
– Δι’ αυτό λοιπόν δεν υπήγες σήμερον εις το σχολείον;
– Όχι δα! Δεν πήγα, γιατί χθες βράδυ ξεριζώσαμε πατάτα και δεν πρόφτασα να διαβάσω. Όποιος δεν ξέρει μάθημα τρώει ξύλο.»
Η Παρρέν πήρε από τους μικρούς δυο φρούτα και τους φιλοδώρησε με μια δεκάρα. «Οι μικροί ήρωες εξηκολούθησαν τον δρόμον των στρέφοντες από καιρού εις καιρόν τα βλέμματα προς τα οπίσω και συζητούντες περί της χρησιμοποιήσεως της δεκάρας, ην αντί δύο βερυκόκων έλαβον.»
Οι εικόνες αυτές είναι κοινές σε όλη την ελληνική ύπαιθρο κατά τον 19ο αιώνα. Το προοδευτικό πνεύμα της Παρρέν τις αποδοκιμάζει περιγράφοντάς τις χωρίς κανένα εξωραϊσμό και σχολιάζοντάς τις με τρόπο άλλοτε υπαινικτικό και άλλοτε ευθύ και καυστικό. Με το ίδιο πνεύμα θα διεισδύσει στα ενδότερα της μαρουσιώτικης οικογένειας, έχοντας ως άξονα τη θέση της γυναίκας, στο επόμενο, τελευταίο μέρος του άρθρου της.







































































































