Η «Συνοικία το όνειρο» είναι μια ταινία που έχει αφήσει ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο και αυτό γιατί είναι μια από τις λίγες ελληνικές, που γυρίστηκαν στο ύφος του ιταλικού νεορεαλισμού.
Πρόκειται για μία έντονα πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένη και άψογη ηθογραφία των φτωχότερων περιοχών της Αθήνας, επεισοδιακή στην πρώτη προβολή της και χτυπημένη βαριά από τη λογοκρισία της εποχής.
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, πίσω από την κάμερα του σκηνοθέτη, αναλαμβάνει να δείξει μια Αθήνα πολύ μακριά από την «επίσημη», ωραιοποιημένη και «τουριστική» εικόνα της. Δημιούργησε μια ταινία, που φαινόταν -το λιγότερο- αριστερή, και εξαγρίωσε τους λογοκριτές, οι οποίοι την είδαν ως «κομμουνιστική προπαγάνδα», ενώ θεωρούσαν και απαράδεκτο να αφήνεται να βγαίνει προς τα έξω μια αληθινή, ωμή, ρεαλιστική και πικρή εικόνα της Ελλάδας, σε μια εποχή που άλλες ταινίες παρουσίαζαν ένα λαό ανέμελο και χαρούμενο. Η εικόνα του Αλεξανδράκη όμως ήταν πέρα για πέρα υπαρκτή…
Οι χαρακτήρες στην ταινία είναι αντι-ήρωες, υποφέρουν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι πάμπτωχοι, απόκληροι της κοινωνίας, μικροκακοποιοί, αλλά όμως υπάρχουν. Είναι εκεί, όσο κι αν ήθελε να τους αγνοήσει η κοινωνία και η αυτάρεσκη αστική τάξη. Σε μια πάρα πολύ δύσκολη εποχή πολιτικής και οικονομικής κρίσης, με πρωτοφανή φαινόμενα έξαρσης της φτώχειας και της ανεργίας, οι χαρακτήρες αυτοί δίνουν το δικό τους παρών, διεκδικούν κι αυτοί μια θέση στο όνειρο, ένα όνειρο που φαίνεται να έχει φτιαχτεί μόνο για άλλους.
Ο Αλεξανδράκης σκηνοθετεί με μέτρο και ανθρωπιά αυτή την εξαιρετικά δυσμενή εικόνα. Δεν είναι ούτε μελοδραματικός, ούτε απόλυτα συναισθηματικός. Διαχειρίζεται την εικόνα με αγάπη, αξιοπρέπεια και έτσι αφήνει να διαφανεί η απίστευτη τραγικότητα της ζωής τους, η ματαιότητα των ονείρων τους, η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν, οι άθλιες συνθήκες, η μιζέρια, οι κοινωνικές ανισότητες που υφίστανται, οι διαφορετικές ευκαιρίες, η κοινωνική αδικία, η απελπισία τους και το αδιέξοδό τους.
Σοκάρισε και λογοκρίθηκε
Αυτό φυσικά, ενόχλησε πολύ εκείνη την εποχή και η ταινία συνάντησε σθεναρή αντίδραση κατά την κυκλοφορία της. Η αρχική εμφάνιση της ταινίας στις αίθουσες προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς, σύμφωνα με τον υφυπουργό Τύπου Τριανταφυλλάκο στην κυβέρνηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας.
Σε συνέντευξή του στα «Νέα» ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε πει τότε: «H «Συνοικία το όνειρο» λογοκρίθηκε και ένας αστυνομικός διευθυντής, που σταμάτησε την προβολή της, μας είχε πει: «Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα». Ευτυχώς που διαμαρτυρήθηκε η Ελένη Βλάχου κι επετράπη τελικά η προβολή της ταινίας, έστω και πετσοκομμένης».
Η πρώτη προβολή της ταινίας έγινε με επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθηση της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης.
Η ταινία δεν προβλήθηκε στις επαρχιακές πόλεις -ειδικά στις «εθνικά ευαίσθητες περιοχές» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης- παρά μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά τελικά τιμήθηκε με δύο βραβεία στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης: Ανδρικής ερμηνείας στον Αλεξανδράκη και μουσικής στον Θεοδωράκη.
Η ταινία προβλήθηκε επίσης στη Σοβιετική Ένωση, στη Βουλγαρία και στην Ουγγαρία το 1962 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία.
Αξεπέραστος Μίκης Θεοδωράκης
Οι κριτικοί της εποχής χαρακτήρισαν την ταινία «αριστούργημα» και μίλησαν πολύ κολακευτικά και για την υπέροχη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη. Πράγματι, η ταινία παίρνει έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα και από το γεγονός, ότι μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής συνεργάζονται στο σάουντράκ της:






































































































