(Ολοκληρώνεται σήμερα η έρευνα της σχέσης του όρου «παγκοσμιοποίηση» με τον μυθιστορηματικό ήρωα Τζέιμς Μποντ, με την εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι πολυεθνικές εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη σχέση για την προβολή των προϊόντων τους).
Από την προηγούμενη συνοπτική και αναγκαία ανασκόπηση των περιπετειών του Μποντ είναι πέρα πάσης αμφιβολίας εμφανής ο ανταγωνισμός των αυτοκινητοβιομηχανιών για τον εφοδιασμό του με ότι σύγχρονο διέθετε σε κάθε εποχή, η κάθε εταιρεία. Ανάλογα με τον τόπο που διαδραματίζεται κάθε περιπέτεια και ανάλογα με το χρόνο, τα μοντέλα είναι πάντοτε ακριβά, επιβλητικά και είναι αυτά, τα οποία στη συνέχεια θα διαφημιστούν ως μοντέλα που προσδίδουν κύρος.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τους χαρτοφύλακες – βαλίτσες της Samsonite, ή τα ρολόγια Rolex και Omega, που χρησιμοποιήθηκαν από τις πρώτες κιόλας περιπέτειες και καθιερώθηκαν ως «επιλογές του Μποντ» παγκοσμίως.
Εκτός από τα αυτοκίνητα, αναρωτήθηκε άραγε κανείς, πότε άρχισαν να γίνονται γνωστά στο ευρύ κοινό τα ρολόγια Rolex, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60; Ίσως φανεί παράξενο, αλλά υπήρχαν μερικά προϊόντα στην παγκόσμια αγορά, τα οποία δεν ήταν προσιτά στο ευρύ κοινό και έγιναν γνωστά μέσα από τις ταινίες του ήρωα, που όλοι ήθελαν να του μοιάσουν. Ήταν αντικείμενα που πρόσφεραν κύρος στον κάτοχό τους και το Rolex ήταν ένα από αυτά.
Αυτό και άλλα μικροαντικείμενα έγιναν παγκόσμια γνωστά όταν τα φόρεσε ο Μποντ και μάλιστα, καταναλώθηκαν πιο εύκολα από τα αυτοκίνητα, που ήταν ακριβότερα.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι από την πρώτη κιόλας ταινία ο Μποντ φορά και το δείχνει με κάθε ευκαιρία το Rolex Submariner Oyster Perpetual, όπως το φορούσαν οι αξιωματικοί του Ναυτικού της Βασίλισσας της Αγγλίας, δηλαδή με μπρασελέ από νάιλον σε χρώμα γκρι. Παράλληλα, το 1964 από την μεθεπόμενη ταινία, κάνει την εμφάνισή του και το Rolex GMT, το οποίο αυτή τη φορά το φοράει η Πούσι Γκαλόρ, η πιλότος του Χρυσοδάκτυλου.
Για να μην υπάρξει παράπονο από άλλες εταιρείες, στην αμέσως επόμενη ταινία το 1965, ο ήρωάς μας φορά ένα Breitling Top Time, το οποίο του χρησιμεύει ως μετρητής ραδιενέργειας, ενώ κάποιος πιλότος για τον οποίο ο Μποντ διεξάγει έρευνα, φορά το Breitling Navitimer.
Το Rolex Oyster Perpetual θα συντροφεύει τον Μποντ σε όλες τις επόμενες ταινίες μέχρι το 1972 και θα αντικατασταθεί το 1973, στη ταινία «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν», στην οποία θα φορέσει το Pulsar Time Computer Quartz LED. Ένα ρολόι που θα τον σώσει από πολλές καταστάσεις χρησιμοποιούμενο ακόμα και ως πριόνι.
Το 1974, επανεμφανίζεται στο χέρι του το Rolex Submariner Oyster Perpetual και παράλληλα κάνει την εμφάνισή του και το Rolex Cellini King Midas.
To 1977, και ενώ η τεχνολογία προχωρά με ταχείς ρυθμούς και οι ιάπωνες, όπως και με τα αυτοκίνητα, θέλουν να επιβληθούν στη παγκόσμια αγορά δίνουν στον Μποντ το Seiko Quartz LC Chronograph, που χρησιμεύει και σαν εκτυπωτής μηνυμάτων, ενώ το 1979 του χορηγείται ένα Seiko LCD Digital, που περιέχει εκρηκτικά και άλλα πολλά. Τέλος, το 1981 η ίδια εταιρεία του χορηγεί ένα Seiko Quartz Analog / Digital Alarm Chronograph Radio. «Τρία σ’ ένα», όπως θα λέγαμε σήμερα.
Φτάνοντας στο 1983, η Seiko δίνει στον πράκτορα δύο ρολόγια, εκ των οποίων το ένα θεωρείται προφητικό εάν όχι «πιλοτικό». Πρόκειται για το Seiko Sports 100 LCD και για το Seiko TV watch με οθόνη υγρών κρυστάλλων (LCD). Ο Μποντ είναι σε θέση να βλέπει εικόνες που του στέλνουν από το αρχηγείο του και ο κόσμος ετοιμάζεται για τρομακτικές αλλαγές στη τεχνολογία.
Παρ’ όλα αυτά, το επόμενο ρολόι του, είναι ένα κλασσικό μοντέλο της Omega, σαν κι αυτό που φορούσαν οι πρώτοι άνθρωποι στο φεγγάρι, σύμφωνα με τη διαφήμισή της. Είναι το σωτήριο έτος 1996 και το ρολόι Omega Seamaster Professional Quartz του Μποντ, έχει διασκευαστεί για να εκτοξεύει ακτίνα λέιζερ.
Σε λίγα χρόνια οι διαφημίσεις της πασίγνωστης πλέον εταιρείας, έχουν αρχίσει να απεικονίζουν το νέο πρωταγωνιστή της σειράς και δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθείτε κάπου τα τελευταία χρόνια και να μην έχετε δει τον ηθοποιό Πιρς Μπρόσναν να φορά το Omega Seamaster Professional Chronometer σαν επιλογή του ηθοποιού σε αντίθεση με τις παλαιότερες διαφημίσεις, που αναφερόταν ως «επιλογή του Τζέιμς Μποντ». Το ρολόι αυτό φοράει και ο Ντάνιελ Κρεγκ στις τελευταίες ταινίες, το οποίο μάλιστα κάποια στιγμή παρουσιάζεται εξοπλισμένο, εκτός από το κλασικό εκτοξευτή ακτίνας λέιζερ, και με στεφάνη που περιστρέφεται σαν σιδεροπρίονο.
Πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι εκτός από τα ελβετικά και τα γιαπωνέζικα ρολόγια, που αυτή τη στιγμή κυριαρχούν στην ευρύτερη αγορά, ο Μποντ έχει χρησιμοποιήσει επιδεικτικότατα στις ταινίες του διάφορα αντρικά αξεσουάρ, όπως οι αναπτήρες Dupont και Collibri. Μάλιστα, Collibri ήταν και το όπλο του Κρίστοφερ Λι στην ταινία «Ο άνθρωπος με το χρυσό πιστόλι».
Επίσης, έχει κρατήσει από τις πρώτες ταινίες του σκληρό χαρτοφύλακα Samsonite, ενισχυμένο με πολλά αμυντικά και επιθετικά όπλα, ενώ στην ταινία «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει» χρησιμοποίησε ένα κινητό τηλέφωνο με τα αρχικά του ονόματός του, το Ericsson JB988, ως τηλεκοντρόλ του αυτοκινήτου του, όπως προαναφέρθηκε.
Τέλος, για να αναμιχθεί και πάλι η γιαπωνέζικη τεχνολογία, στην ταινία «Πέθανε μια άλλη μέρα», κράτησε και το εξελιγμένο, με ενσωματωμένη κάμερα, κινητό τηλέφωνο Sony Ericsson και χρησιμοποίησε ξυριστική μηχανή Philips.
Μιλώντας για τα ποτά που συνήθιζε να πίνει, θα λέγαμε ότι έχει κάνει πασίγνωστο το Martini Bianco (πολύ πριν από τις διαφημίσεις της τηλεόρασης με τα ερωτικά υπονοούμενα), το οποίο μάλιστα έπινε «shaken, not stirred». Έκανε, επίσης, γνωστή στο ευρύτερο κοινό και την σαμπάνια Dom Perignon του ’55, την οποία ήπιε για πρώτη φορά με τον Δόκτορα Νο το 1962. Όπως επίσης, έκανε διάσημη και την σαμπάνια Bollinger R.D. από το 1979, που την ήπιε για πρώτη φορά, στην ταινία «Επιχείρηση Μουνρέηκερ», και συνέχισε να την παραγγέλνει μέχρι την «Επιχείρηση Χρυσά Μάτια» το 1995, όταν την έβγαλε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου του για να κεράσει την ψυχίατρο, που του είχε επιβάλλει η υπηρεσία του. Προηγουμένως, στο Όριαν Εξπρές είχε πιει με τη ρωσίδα φίλη του, την Taitinger Blanc de Blanc.
Εκτός από τις σαμπάνιες όμως, ο Μποντ διαφήμισε και τα κρασιά, μεταξύ των οποίων κάποτε αναφέρθηκε και ένα ελληνικό. Από το τραπέζι του έχουν παρελάσει, το γνωστό ιταλικό Chianti που έπινε ο κακός στο Όριαν Εξπρές στην ταινία «Από τη Ρωσία με αγάπη». Το Mouton-Rothchild του ’55, που ήπιε στην ταινία «Τα διαμάντια είναι παντοτινά» και το ελληνικό «Λευκό Θεοτόκη» που ήπιε στην Κέρκυρα («Για τα μάτια σου μόνο»), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στις ταινίες του δεν έκαναν την εμφάνισή τους και οι βότκες, όπως η Smirnoff και η Finlandia.
Εν ολίγοις, ο ήρωας, που κατάφερε επί μισό αιώνα να επιβιώσει στο κινηματογραφικό στερέωμα, είναι ένας άνθρωπος που μέσα από τις περιπέτειές του, τη ζωή του, τις συνήθειές του, τις προτιμήσεις και τις συνεργασίες του, έθεσε από πολύ νωρίς τις βάσεις για να αναπτυχθεί η έννοια του «ενιαίου», της «ομοιομορφίας» των καταναλωτικών συνηθειών και της παγκοσμιοποίησης, όπως την θεωρούμε σήμερα.
Μάλιστα, έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό η διαφήμιση κάποιων προϊόντων στις ταινίες του, που όσοι ασχολούνται με το «φαινόμενο Μποντ», όπως διάφορες λέσχες φανατικών θαυμαστών του και άλλοι ανά τον κόσμο, επισημαίνουν την τάση εκφυλισμού του ήρωα, μπροστά στην προβολή των προϊόντων, τα οποία τείνουν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τον ίδιο. Παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο, πριν βγει στις οθόνες κάποια ταινία του, να έχουν αρχίσει να διαφημίζονται τα «γκάτζετς» που χρησιμοποιεί. Πρόσφατα μάλιστα, η γνωστή εταιρεία ρολογιών Swatch εξέδωσε ολόκληρη σειρά μοντέλων, που βασίζει την ονομασία τους στα ονόματα των «κακών» (villains) των ταινιών του 007, παρόλο που στις ταινίες δεν έχει γίνει ποτέ αναφορά αυτής της μάρκας ρολογιών.
Επιπροσθέτως, η Sony ως παραγωγός εταιρεία φρόντισε να κρατήσει την πρώτη θέση στη λίστα των εταιρειών που εκμεταλλεύονται τον Μποντ. Πριν ακόμα από την προβολή της ταινίας Quantum of Solace, κατάφερε να κυκλοφορήσει το ομώνυμο βιντεοπαιχνίδι, ενώ στην ίδια ταινία ο ήρωας φαίνεται να χρησιμοποιεί ένα νέο κινητό τηλέφωνο, που κατασκεύασε η Sony μαζί με την Ericson. Παράλληλα, η Sony στην ίδια παρουσιάζει ταινία το νέο μοντέλο τηλεόρασης, το Bravia καθώς επίσης και το φορητό υπολογιστή Vaio.
Εκτός από τη Sony, όμως πρόσφατα υπάρχουν και άλλες επιχειρήσεις που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το brand name «Μποντ», μεταξύ των οποίων και ο εκκολαπτόμενος οίκος ανδρικής μόδας Tom Ford, ο οποίος προσπαθεί να καθιερωθεί στην αγορά αντρικών ρούχων πολυτελείας με τη δημιουργία σειράς καταστημάτων όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη, ενώ ακόμα και η ήδη γνωστή Coca-Cola έχει κλείσει συμφωνία για την προώθηση της light εκδοχής της, χρησιμοποιώντας τα δύο μηδενικά, που δίνουν στον Μποντ το δικαίωμα να σκοτώνει, για να διαφημίσει την Coca-Cola Zero.
Ανεξάρτητα πάντως από τα παραπάνω, ο Τζέιμς Μποντ, ο πράκτορας 007 της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας, εκτός από το γεγονός ότι κατάφερε να φέρει χρήματα στους παραγωγούς του μέσα από τις ταινίες του, προσδιόρισε την οικουμενικότητα όχι μόνο του εγκλήματος και της αντιμετώπισής του, αλλά επέβαλε και μια οικουμενική θεώρηση συμπεριφορών και εκφράσεων. Ενός life style γενικότερα, που απευθύνθηκε σε άντρες και γυναίκες (τα κορίτσια του) και προώθησε πολλά προϊόντα αποδεικνύοντας ότι το όνομα Μποντ υπήρξε διαμάντι πραγματικό. Και «τα διαμάντια είναι παντοτινά».
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ





































































































