Η Ανθοκομική Έκθεση Κηφισιάς αναμφίβολα αποτελεί το γεγονός των ημερών. Όλη η πόλη συζητάει γι’ αυτό, βολτάρει, γεμίζει χρώματα και ευωδιές. Η λαμπρή τελετή εγκαινίων ήταν μια πραγματική πανδαισία, στην οποία παραβρέθηκαν κυβερνητικά στελέχη, εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης, τοπικοί φορείς και άλλοι επίσημοι.
Μια γιορτή – σύμβολο που εδώ και 130 χρόνια κάνει την Κηφισιά σημείο αναφοράς όχι μόνο στα Βόρεια Προάστια, αλλά σε όλο το Λεκανοπέδιο.
Ωστόσο, πίσω από τα φώτα, τις ακριβές ενδυμασίες των επισήμων και τις πολύχρωμες ανθοδέσμες, υπάρχει ένας άλλος, διαφορετικός, αθέατος κόσμος, που θα έπρεπε, αλλά δυστυχώς δεν χρήζει της προσοχής μας.
Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στο Άλσος της Κηφισιάς και, βαδίζοντας επί της Αδριανού προς κάποιο ραντεβού με κατεύθυνση την Λ. Κηφισίας, η εικόνα ήταν σοκαριστική. Μόνο σε αυτή τη σύντομη διαδρομή συνάντησα τέσσερις απόκληρους, εξαθλιωμένους και παραιτημένους στη μοίρα τους συνανθρώπους μας. Ακουμπισμένοι στο κάγκελο της περίφραξης του Άλσους, με φόντο τα πανέμορφες ανθοσυνθέσεις, εκείνοι ζούσαν τα δικά τους τα σκοτάδια. Ένας ζητιάνευε, ο άλλος ήταν ξαπλωμένος μέσα στον βρώμικο και ξεθωριασμένο υπνόσακό του, ο τρίτο απλώς στεκόταν στη γωνιά του με βλέμμα απλανές, παραιτημένο.
Γράφω σχεδόν δύο δεκαετίες, πριν ακόμα καλά καλά καταλάβουμε τι μας ερχόταν τότε, για θέματα αστεγίας και καταπολέμησης της φτώχειας και ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω αυτήν την εικόνα. Ούτε και πρόκειται και, φυσικά, ούτε και θέλω. Πιο πολύ, όμως, με συντρίβει το γεγονός ότι, ακόμα και να θέλουμε να κάνουμε κάτι, στην πραγματικότητα δεν μπορούμε. Πάνω μου δεν είχα ούτε ένα κέρμα ή κάτι φαγώσιμο να τους προσφέρω, αν και φοβάμαι ότι και να είχα δεν θα είχε καμία διαφορά.
Στα χρόνια που συνεργάστηκα με προγράμματα υποστήριξης αστέγων, έμαθα πολλά. Ποτέ μου, όμως, δεν μπόρεσα να χωνέψω ότι υπάρχουν άνθρωποι που, με τα δικά τους λάθη ή τα λάθη των άλλων, ήρθαν σε αυτόν τον κόσμο για να ζήσουν μια τέτοια ζωή. Πάντα θα αναρωτιέμαι ποιος Θεός επιτρέπει ή όρισε αυτές τις καταστάσεις.
Εδώ, λοιπόν, υπάρχει και ένα ερώτημα: Μπορεί να κάνει κάτι ο Δήμος; Δυστυχώς, η απάντηση είναι όχι. Η δυναμική παρέμβασης των Ο.Τ.Α. σε ζητήματα φτώχειας και αστεγίας είναι πολύ περιορισμένη. Πέρα από τις όποιες κοινωνικές δομές, που μπορεί να προσφέρουν περιστασιακά φαγητό, αγαθά, ρούχα ή ιατροφαρμακευτικές και ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, το μείζον ζήτημα της έλλειψης στέγης είναι θέμα κεντρικού Κράτους. Και αυτό για χρόνια κωφεύει.
Κάπου στον οχετό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης διάβασα σχόλια του τύπου «γιατί ο Δήμος δεν τους μάζεψε τουλάχιστον αυτές τις μέρες που έρχεται τόσος κόσμος και χαλάει η εικόνα της πόλης μας». Και σε αυτά τα σχόλια καταλαβαίνει κανείς ότι ο πάτος δεν έχει τρυπήσει ακόμα.
Τι θα μπορούσε να κάνει ο Δήμος; Εκτός από το να προσπαθήσει να καταγράψει περιστατικά και ανάγκες – που κι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, αφού τις περισσότερες φορές οι ίδιοι, μετά από ένα διάστημα αστεγίας έχουν παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να δεχθούν βοήθεια – και ενίσχυση των κοινωνικών δομών με όσα μέσα είναι εφικτό, δεν έχει πολλά περιθώρια.
Η ανάγκη να ασκηθεί συνολική πίεση στην κεντρική κυβέρνηση για πολιτικές ουσιαστικής ενίσχυσης των αδύναμων είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Τα εγκαίνια της Έκθεσης ήταν μια καλή ευκαιρία να πάρει ο δήμαρχος την Υπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης (κυρίως) και τα άλλα μέλη της κυβέρνησης που παραβρέθηκαν και να κάνουν μια βόλτα περιμετρικά του Άλσους, για να δουν την άλλη, αθέατη και πιο σκοτεινή εικόνα της κοινωνίας. Δεν συνέβη αυτό. Δεν πιστεύω ότι ήταν σκόπιμο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι πάντες εστίασαν στη λάμψη, τα φώτα και τα χρώματα.
Μία κοινωνία που δεν βλέπει τι γίνεται στη σκοτεινή πλευρά του… Άλσους, είναι καταδικασμένη να ζήσει καταστάσεις που δεν έχει φανταστεί. Αυτό δεν είναι μομφή προς καμία διοίκηση. Είναι μια ακόμα υπενθύμιση. Προς όλους. Τουλάχιστον αυτούς που ακόμα κυλάει ζεστό αίμα στις φλέβες τους.






































































































