Γράφει ο Τάσος Μεργιάννης – Από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής Αμαρυσίας – φύλλο Πεντέλης – Μελισσίων – Βριλησσίων 01/10/2026
Το πρόσφατο περιστατικό που έλαβε χώρα το βράδυ της Παρασκευής 18 Σεπτεµβρίου στη συµβολή των οδών Τροίας και Τειρεσίου, στο πάρκο δίπλα από το 4ο ∆ηµοτικό Σχολείο Βριλησσίων και το οποίο είχε ως αποτέλεσµα τον σοβαρό τραυµατισµό ενός 14χρονου από συνοµήλικό του, δεν µπορεί να αντιµετωπιστεί απλώς ως ένας ακόµη «καβγάς µεταξύ παιδιών». Είναι ένα µεγάλο και ηχηρό καµπανάκι για ένα πρόβληµα που τα τελευταία χρόνια απασχολεί όλο και περισσότερο την ελληνική κοινωνία: τη βία µεταξύ ανηλίκων.
Τα επίσηµα στοιχεία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη δείχνουν ότι το φαινόµενο έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Το 2024 καταγράφηκαν 10.968 υποθέσεις παραβατικότητας και βίας ανηλίκων στις οποίες εµπλέκονταν 14.956 ανήλικοι δράστες, έναντι 7.789 υποθέσεων και 10.150 ανηλίκων το 2023. Από τις υποθέσεις του 2024, 685 αφορούσαν πρόκληση σωµατικών βλαβών µε εµπλοκή 1.077 ανηλίκων.
Τι πυροδοτεί όµως τη βία; ∆εν υπάρχει µία και µοναδική αιτία. Η ανάγκη αποδοχής από την παρέα, η επιθυµία επίδειξης δύναµης, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις, ο εκφοβισµός, η επιρροή των κοινωνικών δικτύων, η έκθεση σε επιθετικά πρότυπα συµπεριφοράς, αλλά και η δυσκολία των παιδιών να διαχειριστούν θυµό και συγκρούσεις, µπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντες κινδύνου.
Παιδιά που εκφοβίζουν άλλα παιδιά µπορεί να αναζητούν αποδοχή ή προσοχή, ενώ σε ορισµένες περιπτώσεις έχουν και τα ίδια βιώσει ή παρακολουθήσει βία στο σπίτι ή στην κοινότητά τους. Γι’ αυτόν τον λόγο η Ελληνική Πολιτεία έχει υιοθετήσει Εθνική Στρατηγική για το θέµα, βάζοντας στο κάδρο της επίλυσής του την έννοια της πρόληψης και όχι µόνο της καταστολής και αντιµετωπίζοντας τη βία και την παραβατικότητα των ανηλίκων ως φαινόµενα που απαιτούν συνεργασία µεταξύ της οικογένειας, του σχολικού περιβάλλοντος, των κοινωνικών υπηρεσιών και της Αστυνοµίας.
Σηµαντικό είναι, εποµένως, σε παρόµοια περιστατικά να µη δείχνουµε µε το δάκτυλό µας τον έναν και µοναδικό «ένοχο». Ούτε κάθε παιδί που εκδηλώνει επιθετικότητα προέρχεται από προβληµατικό οικογενειακό περιβάλλον, ούτε οι γονείς µπορούν να ελέγχουν κάθε συµπεριφορά του παιδιού τους. Ωστόσο, ο γονεϊκός ρόλος είναι καθοριστικός στην πρόληψη, καθώς η επικοινωνία, η γνώση της καθηµερινότητας του παιδιού, η θέσπιση ορίων, η εκπαίδευση στη διαχείριση συγκρούσεων και η έγκαιρη αναγνώριση αλλαγών στη συµπεριφορά, µπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Η ευθύνη, όµως, δεν ανήκει µόνο στην οικογένεια. Το σχολείο, η Πολιτεία, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας, η Αστυνοµία και η ίδια η κοινωνία έχουν ρόλο στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέµβαση. Άλλωστε, η Εθνική Στρατηγική 2025-2030 για την πρόληψη της βίας και την αντιµετώπιση της παραβατικότητας ανηλίκων αντιµετωπίζει το ζήτηµα ως «κοινωνικό πρόβληµα που απαιτεί συντονισµένη και όχι αποκλειστικά αστυνοµική αντιµετώπιση».
Το ζητούµενο δεν είναι να φοβόµαστε τα παιδιά µας, αλλά να τα ακούµε πριν ο θυµός γίνει πράξη, πριν ο εκφοβισµός γίνει τραυµατισµός και πριν ένας «καβγάς µεταξύ παιδιών» µετατραπεί σε µια τραγωδία µε συνέπειες για όλη τους τη ζωή.








































































































