Η Γκερνίκα, ο διάσημος πίνακας του Πάμπλο Πικάσο, απεικονίζει την πράξη απάνθρωπης και εγκληματικής βίας που συντελέστηκε στην ομώνυμη χώρα των Βάσκων, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Πρόκειται για ένα μνημειώδες έργο, το οποίο καταγγέλλει απροκάλυπτα τη λεηλασία της πόλης, που καταστράφηκε από γερμανικά βομβαρδιστικά, τα οποία πολεμούσαν στο πλευρό του Φράνκο. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.
Χειμώνας του 1941, ο Πικάσο εργάζεται σε ένα διαμέρισμα στις όχθες του Σηκουάνα. Συχνά δέχεται επισκέψεις από την Γκεστάπο, η οποία θεωρεί την τέχνη του εκφυλισμένη και τον κατηγορεί ότι κρύβει Εβραίους. Μία από τις συναντήσεις τους έμεινε στην ιστορία. Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης περιεργάζεται το χώρο, μετά προσέχει σκόρπιες κάρτες με το πιο διάσημο έργο του, την επική απεικόνιση του βομβαρδισμού της Γκερνίκα. Τον ρωτούν: «Δικό σου έργο;». «Όχι», απαντά. «Δικό σας. Πάρτε ένα σουβενίρ»! Αποστομωτική η απάντησή του, που ίσως κρύβει και κάποια ίχνη δειλίας. Τι μπορεί να κάνει όμως η τέχνη μπροστά στη θηριωδία; Μπορεί πολλά, μπορεί όμως και τίποτα! Πρέπει άραγε η τέχνη να είναι ένας απλός φορέας απόλαυσης, αντί να παριστάνει τον μαχητή; Ή μήπως όταν πέφτουν οι βόμβες ανακαλύπτουμε τον αληθινό σκοπό της;
Ο Πικάσο δεν στόχευε όμως ποτέ στην ικανοποίηση του κοινού και η ζωγραφική του δεν αναφερόταν στους λάτρεις της εύκολης τέχνης. Οποιαδήποτε δυσκολία τον τραβούσε σαν μαγνήτης, συνειδητοποιώντας ότι η τέχνη δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από την ιδεολογία. Στην Ισπανία οι παλιοί θεσμοί καταρρέουν, η χώρα έχει ψηφίσει την κατάργηση της βασιλείας και περιμένουν όλοι το ξεκίνημα μιας νέας εποχής κοινωνικής δικαιοσύνης. Όμως η οκταετία της ισπανικής δημοκρατίας επεφύλασσε φρικτές δοκιμασίες τόσο για τους εχθρούς όσο και για τους φίλους της. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων ήταν συχνές. Ο Πικάσο βαθιά επηρεασμένος από τον Γκόγια, που ήταν ο πρώτος ζωγράφος που ανάγκασε την τέχνη να αντικρύσει κατάματα τη σκληρότητα του πολέμου, συνειδητοποιεί ότι το κτήνος του πολέμου μπορεί να νικηθεί μόνο από το φως που πηγάζει από τη δύναμη της τέχνης. Αναβιώνει τους αρχαίους μύθους του Μινώταυρου, τα όνειρα και τους εφιάλτες που τον στοιχειώνουν χρόνια. «Νομίζετε ότι ανήκουν (οι μύθοι) στο μακρινό παρελθόν», λέει. «Λάθος. Κοιτάξτε γύρω σας. Είναι ακόμα κοντά μας. Τα κτήνη ελευθερώθηκαν».
Για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες, ο ισπανικός εμφύλιος είναι μια πρόβα για την επερχόμενη αναμέτρησή τους με τη δημοκρατία. Τα στρατεύματα του Φράνκο λεηλατούν την Ισπανία. Ο βομβαρδισμός από πλήθος αεροπλάνων μετέτρεψε την Γκερνίκα σε σωρό από στάχτη. Άνθρωποι πεθαίνουν. η πόλη ισοπεδώθηκε. Η εικόνα της νυχτερινής κόλασης χαράζεται στη μνήμη του Πικάσο. Γι` αυτό ζωγραφίζει την Γκερνίκα ως νυχτερινό μακελειό, παρόλο που ο θάνατος χτύπησε το απόγευμα. Με όπλο την τέχνη επιχειρεί τον μεγαλύτερο άθλο. Φιλοτεχνεί ένα αληθινά μοντέρνο ιστορικό πίνακα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο εγχείρημα της ζωής του. Οι χαρακτήρες που κυριαρχούσαν στο μυαλό του επανεμφανίζονται. Το λαβωμένο άλογο, ο τεράστιος ταύρος, ο φορέας του φωτός.
Γυναικεία κεφάλια με διογκωμένες αρτηρίες προβάλλουν τρομακτικά. Φιγούρες νεκρών μωρών και απεγνωσμένων μανάδων παρελαύνουν στο μυαλό του. Βρίσκεται σε μια δίνη ξέφρενης δημιουργίας. Στα προσχέδια του έργου του υπάρχουν ίχνη ελπίδας και αισιοδοξίας. Στο αρχικό σχέδιο, από το ξεκοιλιασμένο άλογο έβγαινε ένας πήγασος – σύμβολο της ελπίδας. Στο τελικό έργο όμως, αντικαθίσταται ο πήγασος από μια βαθιά πληγή που μοιάζει να μη μπορεί να γιατρευθεί. Ο πολεμιστής πεσμένος ανάσκελα χάσκει αβοήθητος. Τα σύμβολα της λύτρωσης είναι μικροσκοπικά αλλά εκφραστικά. Ένα λουλούδι στο χέρι του από τη μια και από την άλλη χαραγμένα τα στίγματα του Ιησού. Με τον τρόπο αυτό ο Πικάσο αιφνιδιάζει τους ψεύτικους υπερασπιστές της θρησκείας. Η μεταμόρφωση του αγνού φωτός σε κάτι διαβολικό κυριαρχεί στο πάνω μέρος του πίνακα. Σε όλα τα ζωγραφικά έργα, το φως είναι φορέας ομορφιάς και θείου μεγαλείου.
Στην περίπτωση αυτή όμως διακρίνεται η αγωνία των φιγούρων που βρίσκονται στη σύνθεση, γιατί βλέπουν ένα μοχθηρό μάτι μέσα στο οποίο βρίσκεται το φως μιας λυχνίας. Πρόκειται για τη λάμπα που είχαν οι Γερμανοί στο θάλαμο βασανισμού. Απέναντί του αντιπαραβάλλεται το φως ενός κεριού, που κρατά σφιχτά ένα ηρωικό όμορφο χέρι και μας θυμίζει την επική μάχη ανάμεσα στο καλό και το μοχθηρό φως. Τέλος, το σώμα του αλόγου που ψυχορραγεί καλύπτει ο δημιουργός με κάθετες γραμμές σαν κρυπτογραφημένα μηνύματα ραδιοφώνου. Το έργο αυτό μοιάζει να μην προσφέρει καμιά διέξοδο. Αντίθετα, μας θυμίζει τις τραγωδίες του παρελθόντος. Αποτελείται από καμβά και μπογιά, αλλά έχει τη βαρύτητα μιας πέτρας.
Η Γκερνίκα είναι ένα έργο τρομακτικό, σοκαριστικό, πυρετώδες, που διαπερνά το σώμα μας σαν ηλεκτρικό ρεύμα, ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά της ρουτίνας μας. Μας καλεί να μην εθελοτυφλούμε μπροστά στη βία και τη μοχθηρότητα. Σκοπός της είναι να βυθίσει το δάχτυλο στην πληγή κάνοντάς μας να ματώσουμε. Μας υποδεικνύει το χρέος μας ως άνθρωποι.
Δρ Στέλλα Μουζακιώτου
Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης, Επιμελήτρια Εκθέσεων
smouzaki@teiath.gr






































































































