Στην Ολομέλεια της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ) που συνήλθε το προηγούμενο διάστημα προκειμένου να εγκριθεί η Γνώμη Πρωτοβουλίας με θέμα «Δείκτες Παρακολούθησης του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων 2008-2010» υπογραμμίζεται ότι οι τελευταίες μετρήσεις έδειξαν συνεχή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Το υψηλό επίπεδο των επενδύσεων των προηγούμενων χρόνων δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί επαρκώς για τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Επίσης:
– Το ποσοστό του πληθυσμού, το οποίο βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, παραμένει σταθερό και οι επιδοματικές πολιτικές δεν βελτίωσαν τα επίπεδα της φτώχειας.
– Η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών παρέμενε επισφαλής. Το δημόσιο έλλειμμα είχε σχεδόν υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με το στόχο του προϋπολογισμού του 2008. Η φοροεισπρακτική πολιτική της τότε κυβέρνησης με τη συνεχή επιβολή νέων φόρων, και μάλιστα για προηγούμενες περιόδους, κάθε άλλο αποδείχθηκε ικανή να μειώσει το έλλειμμα. Σίγουρα, θα ήταν προτιμότερο, η κυβέρνηση να είχε προσανατολισθεί στην ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής.
– Επίσης, παρά το ότι βρισκόμασταν στο δεύτερο χρόνο υλοποίησης του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων και παρά τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξακολουθούσε να παρατηρείται σημαντική υστέρηση στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας. Δεν έχει προχωρήσει η θέσπιση και υλοποίηση μιας πολιτικής Εθνικών Ερευνητικών Προγραμμάτων, ώστε τα Ευρωπαϊκά Ανταγωνιστικά Προγράμματα να πάψουν να αποτελούν τη μοναδική πηγή χρηματοδότησης της έρευνας.
– Αναφορικά με το κομμάτι της ενέργειας διαπιστώθηκε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στο σύνολο της καταναλισκόμενης ενέργειας. Ο εθνικός στόχος είναι να φθάσει η Ελλάδα στο 20,3% μέχρι το 2010 και στο 29% μέχρι το 2020, αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στην ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας. Ο στόχος κρίνεται μη υλοποιήσιμος.
– Επίσης, δεν διαπιστώθηκε καμία πρόοδος στην απασχόληση, ενώ η ανεργία και λόγω της κρίσης αυξήθηκε σημαντικά. Όχι μόνο με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, αλλά και αυτά των προηγούμενων χρόνων, ήταν εμφανής η αδυναμία της Ελλάδας να προσέγγιση των στόχων της Λισαβόνας όσον αφορά τη συνολική απασχόληση.
Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δείχνουν μείωση της συνολικής απασχόλησης για πρώτη φορά μετά το 2000, καθώς και μείωση της πλήρους και αύξηση της προσωρινής απασχόλησης.







































































































